Ελβετία

Επίσημη ονομασία: Ελβετική Συνομοσπονδία Έκταση: 41.285 τ. χλμ Πληθυσμός: 7.258.900 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Βέρνη (122.500 κάτ. το 2001)Κράτος της κεντρικής Ευρώπης. Συνορεύει Δ με τη Γαλλία, Β με τη Γερμανία, Α με την Αυστρία και το Λιχτενστάιν και Ν με την Ιταλία.Χώρα αμιγώς ηπειρωτική, η Ε. καταλαμβάνει μια μεγάλη κεντρική περιοχή των ευρωπαϊκών Άλπεων, μέρος του Ιούρα και το οροπέδιο που παρεμβάλλεται. Τα σύνορά της, μήκους 1.882 χλμ., εκτείνονται συχνά κατά μήκος των οροσειρών ή σχηματίζονται φυσικά: στα ΝΔ περίπου για 70 χλμ. από τη λίμνη της Γενεύης, που στη νότια περιοχή είναι γαλλική· στα ΒΑ από τη λίμνη της Κωνστάντιας, που στη βόρεια περιοχή της είναι γερμανική. Ανήκουν επίσης στην Ε. η βόρεια περιοχή της λίμνης Ματζόρε και σχεδόν όλη η λίμνη του Λουγκάνο. Η γραμμή των συνόρων συμπίπτει σε τρία σημεία με ποτάμιες διαδρομές: με τον ποταμό Ντου από την πλευρά της Γαλλίας, με τον Ρήνο από την πλευρά της Γερμανίας (στα Β) και του Λιχτενστάιν και της Αυστρίας (ΒΑ). Μέσα από τα σύνορα της Ε. δεν λείπουν οι θύλακες (enclaves) άλλων κρατών, όπως το ιταλικό έδαφος του Καμπιόνε (2,6 τ. χλμ.) και το γερμανικό του Μπίζινγκεν (7,6 τ. χλμ.).Διοικητικά η Ε. διαιρείται σε 26 καντόνια, τα οποία είναι κατ’ αλφαβητική σειρά τα εξής (σε παρένθεση ο πληθυσμός του 2001): Άαργκαου (Αargau, 549.500), Άπεντσελ Εξωτερικό-Ρόντεν (Αppenzell Αusser-Rhoden, 53.200), Άπεντσελ Εσωτερικό-Ρόντεν (Αppenzell Ιnner-Rhoden, 15.100), Βαλέ ή Βάλις (Vallais ή Wallis, 277.600), Βασιλεία-Περιφέρεια (Βasel-Landschaft, 262.300), Βασιλεία-Πόλη (Βasel-Stadt, 187.600), Βέρνη (Βern, 946.100), Βο ή Βάαντ (Vaud ή Waadt, 625.000), Γενεύη (Genéve, 413.800), Γκλάρους (Glarus, 38.500), Γκραουμπίντεν (Graubϋnden, 187.500), Ζανκτ Γκάλεν (Sankt Gallen, 452.200), Ζόλοτουρν (Solothurn, 245.100), Ζυρίχη (Ζϋrich, 1.227.900), Ιούρα (Jura, 68.900), Λουκέρνη (Luzern, 349.600), Νεσατέλ ή Νόινμπουργκ (Νeuchâtel ή Neuenburg, 166.600), Νιντβάλντεν (Νidwalden, 38.400), Ομπβάλντεν (Οbwalden, 32.700), Ούρι (Uri, 35.000), Σαφχάουζεν (Schaffhausen, 73.200), Σβιτζ (Schwyz, 133.000), Τούργκαου (Τhurgau, 227.700), Τιτσίνο ή Τεσέν (Τicino ή Tessin, 312.200), Τσουκ (Ζug, 101.000) και Φράιμπουργκ ή Φριμπούρ (Freiburg ή Friburg, 239.200).Στην Ε. υπάρχουν τρεις επίσημες γλώσσες: η γερμανική (ομιλείται από το 63,7% του πληθυσμού), η γαλλική (19,2%) και η ιταλική (7,6%). Επίσης, ένα μικρό ποσοστό κατοίκων μιλά τη ρομανική, που είναι η χαρακτηριστική γλώσσα του καντονιού Γκραουμπίντεν, και το 1938 αναγνωρίστηκε ως «εθνική» αλλά όχι ως επίσημη γλώσσα. Η τριγλωσσία εφαρμόζεται αυστηρά στη νομοθετική διαδικασία. Τα καντόνια διαλέγουν μία γλώσσα ανάμεσα στις τρεις επίσημες: 17 καντόνια από τα 26 έχουν διαλέξει τη γερμανική γλώσσα, 4 τη γαλλική, 1 την ιταλική, 3 τη γερμανική και τη γαλλική και 1 τη γερμανική και την ιταλική. Η καταγωγή των Ελβετών αντικατοπτρίζεται πλήρως στη γλωσσική ποικιλία της χώρας. Ένα ποσοστό γύρω στο 6% αποτελούν άλλες εθνολογικές ομάδες (Ισπανοί, Τούρκοι κλπ.).Η Ε. είναι ομοσπονδιακή δημοκρατία από την εποχή της ίδρυσης του κράτους, την 1η Αυγούστου 1291. Το ελβετικό σύνταγμα του 1874, που ισχύει μέχρι σήμερα –αν και τροποποιημένο πολλές φορές–, σημείωσε τη μετάβαση από τη συνομοσπονδιακή δομή της μετα-ναπολεόντειας περιόδου στο σημερινό ομόσπονδο κράτος. Το ομοσπονδιακό σύστημα αναγνωρίζει μεγάλη αυτονομία στα καντόνια, διατηρώντας για τις κεντρικές αρχές την αποκλειστική δικαιοδοσία για τον αστικό, τον εμπορικό και τον ποινικό νόμο, την άμυνα, τις μεταφορές, τα τελωνεία, την κοινωνική ασφάλιση και τις διεθνείς μεταφορές. Η νομοθετική εξουσία ασκείται από τη βουλή (γερμ. Βundesversammlung, γαλλ. Αssemblée Fédérale, ιταλ. Αssemblea Federale), η οποία αποτελείται από δύο σώματα: το Συμβούλιο των Καντονιών (γερμ. Ständerat, γαλλ. Conseil des États, ιταλ. Consiglio degli Stati), με 46 μέλη, δύο από κάθε καντόνι, και το Εθνικό Συμβούλιο (γερμ. Νationalrat, γαλλ. Conseil Νational, ιταλ. Consiglio Νazionale), με 200 μέλη. Ενώ για το Συμβούλιο των Καντονιών ο τρόπος εκλογής αντιπροσώπων και η διάρκεια της θητείας τους αποφασίζονται από κάθε καντόνι ανεξάρτητα, για το Εθνικό Συμβούλιο η εκλογή γίνεται κάθε 4 χρόνια με άμεση ψηφοφορία και αναλόγως του πληθυσμού των καντονιών (τα καντόνια της Ζυρίχης και της Βέρνης έχουν αριθμό εδρών πολύ μεγαλύτερο από τα υπόλοιπα). Η Ομοσπονδιακή Συνέλευση, δηλαδή τα δύο συμβούλια σε πλήρη σύνθεση, διορίζει τα επτά μέλη του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου (για τα αντίστοιχα επτά υπουργεία), που ασκεί την εκτελεστική εξουσία και παραμένει στην εξουσία για 4 χρόνια. Δύο από τα μέλη του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου εκλέγονται από την Ομοσπονδιακή Συνέλευση στις θέσεις του προέδρου και του αντιπροέδρου της ομοσπονδίας, με αυστηρά ετήσια θητεία. Το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο είναι αρμόδιο για θέματα συμβάσεων, στρατιωτικά, σιδηροδρομικά, ταχυδρομικά, νομισματικά και οικονομικά και, από το 1957, για θέματα ατομικής ενέργειας. Θεμελιώδης θεσμός του συντάγματος είναι το δημοψήφισμα. Κάθε νόμος μπορεί να τεθεί υπό λαϊκή έγκριση μέσω δημοψηφίσματος, αρκεί να ζητηθεί από 30.000 πολίτες ή από 8 καντόνια. Το σύστημα των καντονιών. Τα καντόνια έχουν κρατική αυτοτέλεια. Εφόσον δεν περιορίζονται από το ομοσπονδιακό σύνταγμα, κάθε καντόνι διατηρεί προνόμια εσωτερικής κυριαρχίας με δική του κυβέρνηση και ένα νομοθετικό όργανο (der Grosse Rat ή Κantonsrat), που εκλέγεται με απευθείας ψηφοφορία. Στα μικρότερα καντόνια η γενική συνέλευση των πολιτών με δικαίωμα ψήφου αποτελεί το νομοθετικό και εκτελεστικό όργανο και οι αποφάσεις λαμβάνονται διά βοής. Ο θεσμός του δημοψηφίσματος, τυπικός του ελβετικού συνταγματικού συστήματος, είναι αναγνωρισμένος και σε επίπεδο καντονιών. Η καντονική κυβέρνηση αντιπροσωπεύεται από έναν νομάρχη (Regierungsstatthalter), που σε κάθε καντόνι ασκεί τα καθήκοντά του μέσα σε μια περιφέρεια που αποτελείται από συγκεκριμένο αριθμό κοινοτήτων. Τα όρια των αρμοδιοτήτων ανάμεσα σε καντόνια και κοινότητες διαφέρουν από καντόνι σε καντόνι, αλλά γενικά εκτεταμένες εξουσίες έχουν δοθεί στις κοινότητες, που ευνοούνται σε αυτό τον τομέα από μια σταθερή ιστορική παράδοση. Δικαίωμα ψήφου παραχωρήθηκε στις γυναίκες μόλις το 1971 στα περισσότερα καντόνια, ενώ το Εσωτερικό Άλπεντσελ-Ρόντεν, το τελευταίο προπύργιο αντίστασης στην ψήφο των γυναικών, έπεσε μόλις το 1990.Τα ισχυρότερα πολιτικά κόμματα της Ε. είναι το Σοσιαλδημοκρατικό, το Ριζοσπαστικό Δημοκρατικό, το Λαϊκό και το Χριστιανοδημοκρατικό. Πρόεδρος της χώρας και επικεφαλής της ομοσπονδιακής κυβέρνησης ανέλαβε από τον Ιανουάριο του 2002 ο Κάσπαρ Βίλιτζερ (Kaspαr Villiger).Στην κορυφή της ελβετικής δικαιοσύνης βρίσκεται το ομοσπονδιακό δικαστήριο, που εδρεύει στη Λοζάνη. Έχει 30 μέλη τα οποία εκλέγονται για έξι χρόνια από την Ομοσπονδιακή Συνέλευση. Το ομοσπονδιακό δικαστήριο κρίνει τις διαφορές ανάμεσα στην ομοσπονδία και στα καντόνια, προστατεύει τις συνταγματικές αρχές και δικάζει τα εγκλήματα κατά της ασφάλειας του κράτους. Σε κάθε καντόνι, με αστικά θέματα ασχολούνται σε πρώτο βαθμό τα περιφερειακά δικαστήρια και σε δεύτερο ένα εφετείο και ένα ακυρωτικό δικαστήριο· για τα ποινικά αδικήματα υπάρχουν δύο βαθμοί δικαιοδοσίας, καθώς και δικαστήρια ενόρκων, που δικάζουν τα σοβαρότερα εγκλήματα. Η θανατική ποινή έχει καταργηθεί στην Ε. από το 1942.Στο ελβετικό κράτος οι καθολικοί αποτελούν το 46,2% και οι Διαμαρτυρόμενοι το 40% του πληθυσμού. Τα μεταρρυθμιστικά δόγματα αντιπροσωπεύονται από την Ομοσπονδία των Διαμαρτυρομένων Εκκλησιών της Ε. Η Καθολική Εκκλησία διαιρείται σε έξι επισκοπές. Οι Εβραίοι ανέρχονται περίπου στο 0,3%· άλλες θρησκείες πρεσβεύει το 13,5% του πληθυσμού, ποσοστό πάντως που περιλαμβάνει και όσους δεν δηλώνουν συγκεκριμένο θρήσκευμα. Μετά τον εμφύλιο πόλεμο του 1847, που έφερε αντιμέτωπα τα προτεσταντικά, τα φιλελεύθερα και τα ριζοσπαστικά καντόνια με τα καθολικά και τα συντηρητικά, ακολούθησε η αναγνώριση απόλυτης ελευθερίας στη θρησκευτική συνείδηση, βάση της θρησκευτικής ειρήνης της χώρας.Για τη στοιχειώδη εκπαίδευση, που είναι δωρεάν και υποχρεωτική από το 1874 για όλα τα παιδιά από 7 έως 14 ετών, αρμόδια είναι τα καντόνια και οι κοινότητες. Στα περισσότερα καντόνια υπάρχουν σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης για παιδιά από 12 έως 15 ετών καθώς και προπαρασκευαστικές σχολές για το πανεπιστήμιο, τεχνικές σχολές κ.ά. Το ποσοστό του αναλφαβητισμού είναι αμελητέο (κάτω του 1%). Η Ε. διαθέτει ορισμένα από τα παλαιότερα πανεπιστήμια στην Ευρώπη, όπως αυτό της Βασιλείας (ιδρύθηκε το 1460), της Λοζάνης (1537) και της Γενεύης (1599). Τα πανεπιστήμια είναι οργανωμένα σύμφωνα με τα πρότυπα των γερμανικών πανεπιστημίων, που διαιρούνται σε τέσσερις σχολές: τη θεολογική, τη νομική, τη φιλοσοφική και την ιατρική. Άλλες ανώτατες σχολές είναι το περίφημο Ομοσπονδιακό Πολυτεχνείο της Ζυρίχης (1855), το Πανεπιστήμιο Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών του Ζανκτ Γκάλεν και η πολυτεχνική σχολή του πανεπιστημίου της Λοζάνης.Η Ε. είναι ουδέτερη χώρα. Παρ’ όλα αυτά, η στρατιωτική θητεία είναι υποχρεωτική για όλους τους άνδρες ηλικίας από 20 έως 50 ετών. Η αρχική εκπαίδευση διαρκεί 4 μήνες και επαναλαμβάνεται ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Δεν υπάρχει μόνιμος στρατός. Οι στρατεύσιμοι διατηρούν το όπλο και τη στολή τους στο σπίτι τους και έτσι η Ε. μπορεί να κινητοποιήσει το σύνολο των στρατιωτικών της εφεδρειών (περίπου 1,9 εκατομμύρια άνδρες) μέσα σε 48 ώρες. Τα στρατιωτικά σώματα περιλαμβάνουν πεζικό, αεροπορία, συνοριακή φρουρά και φρουρά οχυρών.Οι Ελβετοί πληρώνουν πολύ υψηλά ασφαλιστικά τέλη ετησίως και απολαμβάνουν αντίστοιχα υψηλές συντάξεις. Η ασφάλιση ατυχημάτων, ασθενείας και γήρατος είναι υποχρεωτική για όλους τους εργαζόμενους από το 1911, ενώ από το 1976 έγινε υποχρεωτική και η ασφάλιση ανεργίας.Το έδαφος της Ε. είναι πρόσφατης προέλευσης, αφού σχηματίστηκε στο μεγαλύτερο μέρος του κατά το τριτογενές, με τη μεγάλη αλπική συρρίκνωση. Αυτή περιέλαβε όλη τη νότια Ευρώπη και προκάλεσε τη δημιουργία των ψηλών και επιβλητικών οροσειρών που διασχίζουν κατά μήκος το νότιο τμήμα της χώρας, και την κατολίσθηση των προσχωσιγενών υπωρειών που αποτελούν τη Μίτελαντ και την πλαστική συρρίκνωση του Ιούρα. Σύμφωνα με την καθαυτό γεωλογική δομή των ορεινών αλυσίδων, το αλπικό σύστημα παρουσιάζει και στην Ε. βραχώδεις σχηματισμούς διαφορετικούς στο εσωτερικό και στο εξωτερικό τμήμα του. Στο πιο εσωτερικό τόξο των ορεινών αλυσίδων επικρατούν οι γρανίτες και τα μεταμορφωσιγενή πετρώματα, υψωμένα σε πτυχώσεις από την ορεογένεση και απογυμνωμένα ύστερα από τους εξωγενείς παράγοντες, ενώ στο πιο εξωτερικό τόξο και στην προαλπική περιοχή, όπως και στη ζώνη της περιφέρειας, επικρατούν τα προσχωσιγενή πετρώματα δευτερογενούς προέλευσης, που σχηματίστηκαν στην επιηπειρωτική θάλασσα, η οποία κάλυπτε την περιοχή. Στο τεταρτογενές, τέλος, η παγετωνική δράση είχε ως αποτέλεσμα να κυλήσουν από τα βουνά μεγάλες ποσότητες πάγου που, ακολουθώντας τις αύλακες των κοιλάδων, έφτασαν μέχρι το εξωτερικό υψίπεδο, αφήνοντας κατά την υποχώρησή τους μια εκτεταμένη μορενική επικάλυψη.Το έδαφος της Ε. καταλαμβάνεται σε ποσοστό 70% από βουνά. Η χώρα εκτείνεται στη βόρεια πλευρά του κεντροδυτικού αλπικού τόξου (Πένινες, Λεποντίνες και Ρετικές Άλπεις), που αντιπροσωπεύει το 59% ολόκληρης της επιφάνειάς της. Περιλαμβάνει ακόμα την εκτεταμένη προαλπική και πεδεμόντια ζώνη, που διευρύνεται και σχηματίζει ένα είδος υψιπέδου (με μέσο υψόμετρο 400 μ.), τη Μίτελαντ ή Μέση Χώρα (30% της συνολικής επιφάνειας), που οροθετείται από τη λίμνη της Γενεύης στα ΝΔ μέχρι τη λίμνη της Κωνστάντιας στα ΒΑ. Τέλος, στη βορειοδυτική περιοχή η Ε. κλείνεται από ασβεστολιθικές οροσειρές, που ευθυγραμμίζονται μεταξύ τους και σχηματίζουν τον Ιούρα. Κεντρικός κόμβος των Ελβετικών Άλπεων είναι ο Άγιος Γοτθάρδος, στο σημείο όπου συναντώνται οι κοιλάδες του Ρήνου, του Άαρ, του Ρόις, του Ροδανού και του Τιτσίνο. Ο κόμβος αυτός, λόγω της θέσης του και της ιδιαίτερης λειτουργίας του, πρέπει να θεωρηθεί ένα από τα σημεία-κλειδιά στη γεωγραφική δομή της Ε., που εξασφαλίζει στη χώρα τη λειτουργία τού διαμέσου ανάμεσα στην κεντρική, στη νότια και στη δυτική Ευρώπη. Η βαθιά αύλακα που χαράζεται από την κοιλάδα του Ροδανού έως τη Μαρτινί και από την κοιλάδα του Ρήνου έως την Κάιρα (Χουρ) παρουσιάζει προσχωσιγενείς πυθμένες, γενικά πολύ στενούς, που καταλαμβάνονται από καλλιέργειες και προπάντων από βοσκότοπους, οι οποίοι φτάνουν ψηλά στις πλαγιές, πάνω από τις οποίες υψώνονται στις δύο πλευρές, σε θαυμαστή διαδοχή, οι χιονισμένες κορυφές των νότιων και βόρειων Ελβετικών Άλπεων. Οι νότιες κρυσταλλοπαγείς Άλπεις εκτείνονται από την Εγκί ντ’ Αρζαντέρ (3.896 μ.) στο συγκρότημα του Λευκού Όρους έως τον ορεινό όγκο Σιλβρέτα, που προεκτείνεται στα βορειοδυτικά στην προαλπική ορεινή αλυσίδα του Ρέτικον. Οι πιο επιβλητικές του συστήματος είναι οι Βαλεσικές ή Πένινες Άλπεις με τις πανύψηλες κορυφές τους, τα χιόνια και τους μεγαλειώδεις παγετώνες τους. Οι Άλπεις αυτές περιλαμβάνουν το Γκραν Κομπέν (4.314 μ.), τα συγκροτήματα Τσερβίνο (Μάτερχορν, 4.478 μ.), Βάισχορν (4.505 μ.), Μόντε Ρόζα (κορυφή Ντιφούρ, 4.633 μ.) και το Μπλίνενχορν (3.374 μ.). Μεγάλη σπουδαιότητα έχουν οι γειτονικές εγκάρσιες κοιλάδες. Κυριότερες είναι οι κοιλάδες του Μεγάλου Αγίου Βερνάρδου και του Σεμπλόν. Ανατολικότερα υψώνονται οι Άλπεις του Τιτσίνο με το όρος Μπαζοντίνο (3.273 μ.), τον ορεινό όγκο του Αγίου Γοτθάρδου (που φτάνει τα 3.301 μ. στο Πίτσο Τσεντράλε), το Ράινβαλντχορν (3.402 μ.) στο συγκρότημα του Αδούλα και το Πίτσο Ταμπό (3.279 μ.). Η πλευρά των Άλπεων προς τον Τιτσίνο είναι συνδεδεμένη με τις κοιλάδες του Ροδανού, του Ρόις, του Εμπρόσθιου Ρήνου και του Οπίσθιου Ρήνου αντίστοιχα στις διόδους Αγίου Γοτθάρδου, Λουκομάνιο και Σαν Μπερναντίνο. Ακόμα πιο ανατολικά, οι νότιες Άλπεις περιλαμβάνουν τις Γκριζονικές, κρυσταλλοπαγείς στην κεντρική και νότια ζώνη, ασβεστολιθικές στη βόρεια. Οι πιο επιβλητικοί ορεινοί όγκοι συνοδεύουν την κοιλάδα του Ιν (Μπερνίνα, 4.050 μ., Πιζ Λινάρ, 3.411 μ. στο ορεινό συγκρότημα του Σιλβρέτα). Πολυάριθμοι λαιμοί ενώνουν τις κοιλάδες του Ιν με την Ιταλία (Σπλούγκα, Μαλόγια, Μπερνίνα, Όφεν) και άλλοι χρησιμοποιούνται για τις εσωτερικές επικοινωνίες (Ζιλιέ, Αλμπούλα, Φλίελα). Ο βόρειες ασβεστολιθικές Άλπεις διαιρούνται σε δύο τμήματα από την κοιλάδα του Ρόις: στο δυτικό τμήμα υψώνονται οι Βερναίες Άλπεις, οι Άλπεις Ούρι και Ουντερβάλντεν, και στο ανατολικό οι Άλπεις Γκλάρους. Στο Βερναίο Όμπερλαντ δεσπόζει ο ορεινός όγκος Φινστεράαρχορν (4.274 μ.), γύρω από τον οποίο υψώνονται οι επιβλητικές γρανιτικές κορυφές του Άιγκερ (3.970 μ.), του Μάινχ (4.099 μ.), του Γιούνγκφραου (4.158 μ.) και του Άλχορν (4.195 μ.). Από τις ανατολικές και νότιες πλαγιές του συγκροτήματος Φινστεράαρχορν κατεβαίνουν επιβλητικοί παγετώνες, ανάμεσα στους οποίους ξεχωρίζουν εκείνοι του Άαρ και ο μεγάλος παγετώνας του Άλετς, που έχει έκταση περίπου 102 τ. χλμ. Σπουδαίοι λαιμοί διασχίζουν το τμήμα αυτό των βόρειων Ελβετικών Άλπεων: στα δυτικά ο Σάνες, ο Ράβιλ και ο λαιμός του Τέμι, στα ανατολικά ο Γκρίμσελ (2.165 μ.), ο οποίος με την κοιλάδα Χάσλι χωρίζει το Βερναίο Όμπερλαντ από τις Άλπεις Ούρι και Ούντερβαλντεν (3.639 μ. στο συγκρότημα του Ντάμαστοκ). Οι Άλπεις Γκλάρους περιλαμβάνουν τον ορεινό όγκο Τέντι (3.620 μ.) με τις τρεις παράλληλες αλυσίδες του και του Σαρντόνα (3.056 μ.) που δεσπόζει στην κοιλάδα Πάνιξ. Οι Προάλπεις εκτείνονται στα βόρεια των Βόρειων Άλπεων από την κοιλάδα του Ροδανού έως το Σέντις (2.502 μ.) και αριθμούν ανάμεσα στις κορυφές τους τις Πιλάτους (2.129 μ.) και Ρίτζι (1.797 μ.), στη ζώνη της λίμνης των Τεσσάρων Καντονιών. Η προαλπική περιοχή, στη νότια πλευρά, εισέρχεται σε ελβετικό έδαφος μόνο στο καντόνι του Τιτσίνο, όπου υψώνεται σε 1.702 μ. στο Μόντε Τζενερόζο. Η κεντρική λωρίδα της χώρας, η Μίτελαντ, που κατεβαίνει απαλά από τις ρίζες των Άλπεων (περ. 600 μ.) μέχρι τη βάση του Ιούρα και την κοιλάδα του Ρήνου, ονομάζεται κοινώς Ελβετικό Υψίπεδο, αν και δεν είναι παρά μία διαδοχή λόφων, μικρών πεδιάδων και βαθιών κοιλάδων, που ανάμεσά τους ρέουν ο Άαρ και οι παραπόταμοί του. Το κλίμα, λιγότερο υγρό και περισσότερο ηπειρωτικό, ευνοεί τη γεωργία. Χάρη στις φυσικές συνθήκες της, η Μίτελαντ είναι η πιο πυκνοκατοικημένη περιοχή της χώρας, με πυκνό πολεοδομικό δίκτυο, μεγάλες και μικρές πόλεις, πλούσιες σε βιομηχανίες και εμπόριο. Το ανάγλυφο του Ιούρα αποτελείται από παράλληλες αλυσίδες, που έχουν διεύθυνση από ΝΔ προς ΒΑ, από τη Λα Ντολ (Βο) στη Ράντεν (Σαφχάουζεν). Καλύπτονται κυρίως από πυκνά δάση σφένδαμνου και οξιάς. Οι διαμήκεις κοιλάδες που παρεμβάλλονται αποτελούνται από πιο πρόσφατα εδάφη. Στον Ιούρα λείπουν οι εγκάρσιες κοιλάδες, που είναι τόσο συχνές στις Άλπεις. Αυτές αντικαθίστανται από μικρούς λαιμούς, που ονομάζονται cluses (περάσματα) και τα οποία διαρρέουν χειμαρρώδεις ποταμοί, ενώ χρησιμοποιούνται για τις επικοινωνίες. Οι μεγαλύτερες κορυφές του ελβετικού Ιούρα, στον λεγόμενο πτυχωτό Ιούρα, είναι το Μοντ Ταντρ (1.697 μ.), στα ΒΔ της Λοζάνης, και η Λα Ντολ (1.677 μ.), στα Β της Γενεύης. Πιο ΒΑ, ο Ιούρας αποτελείται από μια σειρά τραπεζοειδών αναβαθμίδων που χαράζονται από πολυάριθμες μικρές κοιλάδες, με δασώδεις πλαγιές. Πέρα από τον Ρήνο, ο Ιούρας υψώνεται ξανά στα 914 μ. στη Ράντεν και από εκεί συνεχίζει μέχρι τα αριστερά του Δούναβη στον Σουηβικό και Φραγκονικό Ιούρα. Η περιοχή μεταξύ Βασιλείας και Άες, αντίθετα, ανήκει στην τάφρο του Άνω Ρήνου. Η εν γένει στρογγυλωπή μορφολογία, το χαμηλό υψόμετρο και το ήπιο κλίμα ευνοούν μια αρκετά πυκνή εγκατάσταση πληθυσμού καθώς και την ανάπτυξη της βιομηχανίας. Δεν λείπουν όμως οι βοσκότοποι και τα σπαρμένα χωράφια, ενώ οι επίπεδες κοιλάδες αποτελούν σπουδαίες συγκοινωνιακές οδούς μεταξύ Ε. και Γαλλίας.Οι κλιματικές συνθήκες επηρεάζονται προπάντων από το υψόμετρο και τη διάταξη του ανάγλυφου, καθώς και από την αξιοσημείωτη απόσταση από τη θάλασσα. Τοπικά έχουν μεγάλη σπουδαιότητα η τοπογραφική έκθεση και η παρουσία σημαντικών μαζών νερού των προαλπικών λιμνών, που ασκούν σημαντική μετριαστική λειτουργία. Η μέση θερμοκρασία του Ιανουαρίου κυμαίνεται στο υψίπεδο στους -2°C, ενώ του Ιουλίου στους 20°C. Οι τιμές αυτές είναι πολύ πιο χαμηλές στις ορεινές περιοχές, αλλά ανέρχονται σημαντικά στη νότια πλευρά των Άλπεων. Οι ετήσιες θερμικές διακυμάνσεις διατηρούνται γενικά μεταξύ 18°C και 24°C. Οι ατλαντικές κυκλωνικές μάζες αέρα, που προκαλούν μεγάλες αναταραχές, εναλλάσσονται κατά τη διάρκεια του έτους με τις αντικυκλωνικές μάζες της κεντροανατολικής Ευρώπης. Αποτέλεσμα είναι ένα πεδίο διαφορετικών ανέμων, στους οποίους επικρατούν οι νοτιοδυτικοί μέτριοι και υγροί άνεμοι και ο μπίζε (bise), άνεμος ξηρός και δροσερός που προέρχεται από τα βορειοανατολικά. Ιδιαίτερη σπουδαιότητα έχει επίσης ο φεν (föhn), άνεμος μάλλον δυνατός, που κατεβαίνει θερμός και ξηρός στις αλπικές κοιλάδες, εξασφαλίζοντας την άνοιξη την τήξη των χιονιών και την αφύπνιση της βλάστησης. Οι βροχοπτώσεις αυξάνουν ανάλογα με το υψόμετρο έως ένα μέγιστο 2.000-3.000 χιλιοστών ετησίως γύρω στο ύψος των 2.000 μ. Τα τρία τέταρτα του ελβετικού εδάφους δέχονται κατά μέσο όρο 900-1.000 χιλιοστά νερού τον χρόνο, ιδιαίτερα κατά το φθινόπωρο και την άνοιξη.Στο υψίπεδο και στις περιοχές με χαμηλό υψόμετρο συναντώνται φυτά χαρακτηριστικά της μεσογειακής χλωρίδας, όπως φοίνικες, μανόλιες, καστανιές, καρυδιές, μηλιές, αχλαδιές, κερασιές και αμυγδαλιές. Στα μεγαλύτερα υψόμετρα (περίπου 25% της συνολικής έκτασης της χώρας) το έδαφος καλύπτεται από πυκνά δάση αποτελούμενα κυρίως από οξιές, σφένδαμνους και βελανιδιές. Πάνω από τα 1.370 μ. επικρατούν τα κωνοφόρα. Στα πολύ μεγάλα υψόμετρα η χλωρίδα είναι καθαρά αλπική (εντελβάις, ανεμώνες, κρίνα και ελβετική ελάτη), ενώ η πανίδα περιορίζεται σε αγριοκάτσικα και μαρμότες. Χαμηλότερα, στα δάση, υπάρχουν αλεπούδες και πολλά είδη πτηνών, μεταξύ των οποίων δρυοκολάπτες και κίσσες. Τα ποτάμια και τα ρυάκια βρίθουν από σολομούς και πέστροφες.Η μορφολογία της επιφάνειας επηρεάστηκε πάρα πολύ από τους παγετώνες. Πολυάριθμοι ποταμοί πηγάζουν στην Ε., τροφοδοτούμενοι από τους παγετούς, που στους μεγαλύτερους ορεινούς όγκους, όπου οι χιονοπτώσεις είναι συνεχείς, φτάνουν το ύψος των 2.500 μ. Η Ε. διοχετεύει τα νερά της στις τεκτονικής προέλευσης ποτάμιες λεκάνες του Ρήνου (70% των νερών του εδάφους), του Ροδανού (16%), του Πάδου (10%), του Δούναβη και του Αδίγη. Ανάμεσα στις σπουδαιότερες αύλακες είναι η διαμήκης του Ροδανού-Ρήνου, μήκους 200 χλμ. Το υδρογραφικό κέντρο της χώρας, ένας από τους πιο περίπλοκους υδροκριτικούς κόμβους ολόκληρου του αλπικού συστήματος, είναι ο Άγιος Γοτθάρδος, από τον οποίο διακλαδίζονται οι βασικοί άξονες του ελβετικού υδρογραφικού δικτύου (Ρήνος, Ροδανός, Ρόις, Άαρ και Τιτσίνο). Οι ποταμοί αυτοί έχουν κοινά, στον άνω ρου τους, την ισχυρή κλίση, το ακανόνιστο της παροχής και την αφθονία φερτών υλών. Ο ελβετικός Ρήνος έχει τυπικά αλπική παροχή, με χειμερινές ελαττώσεις του νερού και ανοιξιάτικες πλημμύρες. Σχηματίζεται από την ένωση, κοντά στο Ράιχεναου, δύο βραχιόνων, του Εμπρόσθιου Ρήνου και του Οπίσθιου Ρήνου. Ο Ροδανός πηγάζει από τον ομώνυμο παγετώνα στα δυτικά της Φούρκα και διαρρέει ολόκληρο το Βαλέ, συλλέγοντας τα νερά της βραχείας νότιας πλευράς των Βερναίων Άλπεων και της βόρειας πλευράς των Άλπεων του Βαλέ. Αφού διασχίσει μια εκτεταμένη προσχωσιγενή πεδιάδα, εκβάλλει στη λίμνη της Γενεύης (Λεμάν) μεταξύ Μπουβρέ και Βιλνέβ και ξαναβγαίνει στη Γενεύη, στην περιφέρεια της οποίας δέχεται από αριστερά τον Αρβ. Στη λεκάνη του Πάδου αποστραγγίζεται ολόκληρο σχεδόν το ιταλικό καντόνι. Ο Τιτσίνο πηγάζει ανάμεσα στις διόδους Σαν Τζάκομο και Νοβένα, εκβάλλει στην πεδιάδα κοντά στην Μπιάσκα, διαρρέει τις πεδιάδες Μπελιντσόνα (Ριβιέρα) και Μαγκαντίνο, όπου εκβάλλει στη λίμνη Ματζόρε. Στον Πάδο, μέσω του Άντα, εκβάλλουν ο Μέρα (Βαλ Μπρεγκάλια) και ο Ποσκιαβίνο. Στον Αδίγη εκβάλλει μόνο ένας ποταμός, ο Ραμ, που διαρρέει τη Βαλ Μοναστέρο. Η Ε. έχει αμέτρητες λίμνες, μεγάλες και μικρές, όλες με παγετωνική προέλευση, που καταλαμβάνουν το 5% ολόκληρης της εδαφικής επιφάνειας. Οι πιο μεγάλες και βαθιές βρίσκονται στην έξοδο των αλπικών κοιλάδων: της Γενεύης, της Τουν, των Τεσσάρων Καντονιών, της Ζυρίχης και της Κωνστάντιας. Άλλες (μεταξύ των οποίων η λίμνη Νεσατέλ) βρίσκονται στους πρόποδες του Ιούρα στο εσωτερικό υψίπεδο.Αρχαιολογικά υπολείμματα που βρέθηκαν στο Ντράχενλοχ, στο Σέντις (σπήλαιο του Βίλντκιρχλι) και στην κοιλάδα του Ταμίνα, τοποθετούν την ανθρώπινη εγκατάσταση της σημερινής Ε. στην παλαιολιθική εποχή. Οι πρώτοι όμως κάτοικοι της ιστορικής περιόδου που άφησαν βέβαια ίχνη της παρουσίας τους είναι οι Ελβετοί, κελτικής καταγωγής, που στις αρχές του 1ου αι. π.Χ. εγκαταστάθηκαν στη Μίτελαντ. Ακολούθησαν η κατάκτηση του Καίσαρα και ο ρωμαϊκός αποικισμός. Η Ε. οργανώθηκε σε επαρχία και από την επαφή με τον λατινικό πολιτισμό προέκυψαν οι γαλλο-ρωμαϊκοί πληθυσμοί. Γύρω στον 3ο αι. μ.Χ. άρχισαν οι γερμανικές εισβολές· τον 5ο αι. οι Βουργουνδοί κατοίκησαν ειρηνικά τη δυτική Ε. και σιγά-σιγά αφομοιώθηκαν με τα προϋπάρχοντα στοιχεία του εκρωμαϊσμένου πολιτισμού, μέχρι του σημείου να χάσουν το γερμανικό ιδίωμα, με αποτέλεσμα να επικρατήσει στην περιοχή η ίδια γλώσσα με τη Γαλλία. Στην κεντρική και βόρεια Ε. η εισβολή των Αλαμανών καθόρισε τον εκγερμανισμό της χώρας με την επιβολή του ιδιώματος και των εθίμων. Η διαδικασία του εκγερμανισμού ήταν πιο αργή στη Ρετία (Γκραουμπίντεν, Ζανκτ Γκάλεν, Γκλάρους), όπου ο πληθυσμός διατήρησε τα ρωμαϊκά χαρακτηριστικά του σε μερικές από τις ψηλότερες αλπικές περιοχές. Στο Τιτσίνο τα γερμανικά στοιχεία απορροφήθηκαν, αντίθετα από τους γαλλο-ρωμαϊκούς πληθυσμούς.Στους ρωμαϊκούς χρόνους, σύμφωνα με τα Σχόλια του Καίσαρα, η Ε. αριθμούσε 336.000 κατοίκους. Ο πληθυσμός και οι μεταβολές του μέχρι τον 16ο αι. δεν μας είναι γνωστά, αλλά σύμφωνα με κατά προσέγγιση υπολογισμούς της εποχής, οι κάτοικοι έφταναν τον αιώνα εκείνο το 1 εκατ. Τον 17ο αι. ο πληθυσμός ήταν περίπου 1.300.000 κάτ. Οι πρώτοι ακριβείς αριθμοί προέρχονται από την ομοσπονδιακή απογραφή του 1850, που κατέγραψε 2.392.740 κατ. Η αύξηση του πληθυσμού πραγματοποιήθηκε κατόπιν με έντονο ρυθμό από το 1888 έως το 1930, ως συνέπεια της οικονομικής ευημερίας, που προήλθε από την πολιτική της ουδετερότητας, και έπειτα από μια στασιμότητα μέχρι το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, επαναλήφθηκε με την αύξηση των γεννήσεων και τα μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα. Ο ελβετικός πληθυσμός χαρακτηρίζεται σήμερα από έναν μετρημένο δυναμισμό, που τείνει να μεταβάλει τις επιμεριστικές σχέσεις ανάμεσα στις διάφορες γεωγραφικές περιοχές, παρά την αντίσταση που προβάλλεται από την παραδοσιακή σταθερότητα των διαφόρων εθνογλωσσικών και θρησκευτικών ομάδων. Η δημογραφική κίνηση περνά επίσης μια φάση στασιμότητας, με ρυθμό γεννήσεων 1,12% (2001)· η θνησιμότητα έχει πια σταθεροποιηθεί περίπου στο 0,8% (0,9% το 1993), έτσι ώστε το πλεόνασμα των γεννήσεων, αφού υπέστη στο παρελθόν διάφορες αυξομειώσεις, επαναλήφθηκε χάρη στην αλλαγή των οικονομικών συνθηκών. Ο ρυθμός ετήσιας αύξησης του πληθυσμού είναι της τάξης του 0,24% (2002) και το μέσο προσδόκιμο ζωής τα 76,8 χρόνια για τους άνδρες και τα 82,7 χρόνια για τις γυναίκες. Στη φυσική αύξηση πρέπει να προστεθεί και η αύξηση που προέρχεται από την εισροή μεταναστών, αποτέλεσμα της μεγάλης ζήτησης για εργατικά χέρια που υπήρχε στον βιομηχανικό τομέα μεταξύ 1960 και 1985. Πρόκειται αρχικά για προσωρινή ή εποχιακή εισροή μεταναστών, αφού η ελβετική νομοθεσία θέτει αυστηρά όρια στην πολιτογράφηση των αλλοδαπών. Από το 1965, για λόγους οικονομικής πολιτικής με το εξωτερικό αλλά και για λόγους εθνικούς, η ελβετική κυβέρνηση άρχισε μια πολιτική περιορισμού της εισροής ξένων μεταναστών. Σήμερα, η μετανάστευση αφορά κυρίως στελέχη σε εμπορικές και οικονομικές υπηρεσίες ή τεχνικούς με υψηλό επίπεδο εξειδίκευσης και οι μετανάστες αντιπροσωπεύουν το 1,37‰ (2002). Η κατανομή του πληθυσμού στο ελβετικό έδαφος είναι κάπως άνιση στις διάφορες περιοχές και εξαρτάται από τις μορφολογικές και οικονομικές τους συνθήκες. Πιο πυκνοκατοικημένη είναι η Μίτελαντ, όπου οι συνθήκες για τη δραστηριότητα του ανθρώπου είναι πολύ ευνοϊκότερες από τις Άλπεις και τον Ιούρα. Εκεί συγκεντρώνεται το μεγαλύτερο μέρος του συνολικού πληθυσμού. Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και εδώ η πυκνότητα δεν είναι ομοιογενής· εμφανίζει μεγαλύτερη έξαρση στην πιο εκβιομηχανισμένη ανατολική περιοχή (οριακή περίπτωση το καντόνι της Ζυρίχης με 700 κατ. ανά τ. χλμ.) και μικρότερη στη δυτική περιοχή, που είναι κυρίως γεωργική. Στην περιοχή του Ιούρα ο πληθυσμός συγκεντρώνεται κυρίως κατά μήκος των κοιλάδων με την πιο έντονη βιομηχανική ανάπτυξη. Ο πληθυσμός της αλπικής περιοχής είναι περιορισμένος, παρότι οι Άλπεις καταλαμβάνουν περίπου τα 3/5 του εδάφους της συνομοσπονδίας· είναι κατανεμημένος, για λόγους καθαρά μορφολογικούς, στα βάθη των κοιλάδων ή πάνω σε πλατώματα που έχουν δημιουργηθεί από ποταμούς και παγετώνες. Τα πιο αραιοκατοικημένα καντόνια είναι του Γκραουμπίντεν (26 κάτ. ανά τ. χλμ.), του Ούρι (34 κάτ.) και του Βαλέ (51 κάτ.). Η διαφορά πάντως των οικονομικών συνθηκών ανάμεσα στις ορεινές περιοχές και στο οροπέδιο, όπου από τον 20ό αι. η βιομηχανική ανάπτυξη δημιούργησε έντονη αστυφιλία, προκαλεί συνεχείς μεταβολές στην κατανομή του πληθυσμού. Έτσι, η ανθρώπινη εγκατάσταση παραμένει στάσιμη στην αλπική περιοχή και αυξάνεται με μέτριο ρυθμό στον Ιούρα, ενώ στη Μίτελαντ παρατηρείται διαρκής εξάπλωση. Ο αστικός πληθυσμός, που το 1850 αντιπροσώπευε μόλις το 6% των κατοίκων, είναι τώρα πλέον περισσότερος (60%) από τον αγροτικό. Ένα μεγάλο μέρος του ελβετικού πληθυσμού ζει ωστόσο σε μικρά κέντρα, σε χωριά ή σε σκορπισμένα σπίτια. Πάντως η επικρατέστερη μορφή εγκατάστασης στη Μίτελαντ, στον Ιούρα και στην αλπική περιοχή είναι το χωριό. Στις κοιλάδες υπάρχουν μικροί πυρήνες, που περιστοιχίζονται από βοσκότοπους πάνω στις πλαγιές. Στα ψηλότερα σημεία, στις πλαγιές των κοιλάδων, εκτείνονται τα θερινά λιβάδια για τη θερινή βοσκή των ζώων. Εκεί βρίσκονται προσωρινά χωριουδάκια (hameaux). Τα σπίτια της αλπικής περιοχής είναι φτιαγμένα κυρίως από ξύλο, ενώ το θεμέλιό τους είναι συχνά χτισμένο από πέτρα. Οι στέγες, γερμανικής επίδρασης, είναι πολύ επικλινείς και φτιαγμένες από σανίδες ή από σχιστολιθικές πλάκες.Οικονομικοί, πολιτικοί και στρατηγικοί λόγοι καθόρισαν την επιλογή της τοποθεσίας και την ανάπτυξη των σημερινών ελβετικών πόλεων. Πάνω στις ευκολότερες ποτάμιες ή λιμναίες συγκοινωνιακές οδούς της Μίτελαντ σχηματίστηκαν τα εμπορικά κέντρα, οι αγορές της εποχής: η Βασιλεία και η Σαφχάουζεν στον Ρήνο, η Γενεύη, η Ζυρίχη, η Τουρ, η Νεσατέλ και η Λουκέρνη στις λίμνες. Η Βέρνη και το Φράιμπουργκ δημιουργήθηκαν για να διαδραματίσουν ρόλο στρατηγικών κέντρων, όπως φανερώνει ο ακτινωτός σχηματισμός τους με ετήσια ανάπτυξη, έστω κι αν οφείλουν την περαιτέρω ανάπτυξή τους σε οικονομικούς, πολιτιστικούς και πολιτικούς λόγους. Οι οδικές συγκοινωνίες ευνόησαν επίσης την ανάπτυξη ορισμένων άλλων αστικών κέντρων, όπως είναι οι πόλεις Φράιμπουργκ, Κόιρα, Άαραου, Βίντερτουρ και Μπάντεν, που αναπτύχθηκαν χάρη στην εξάπλωση των σιδηροδρομικών δικτύων. Τέλος, η εκβιομηχάνιση της χώρας μετέβαλε μικρά χωριά σε ανθηρές πόλεις. Έως το τέλος του 19ου αι. κανένα από αυτά τα κέντρα δεν συγκέντρωνε πληθυσμό άνω των 100.000 κατ. ούτε κάποιο από αυτά είχε αναλάβει ιδιαίτερη ηγεμονική αποστολή. Η αστυφιλία στην Ε. εκδηλώθηκε κατά συνέπεια πολύ αργά, αλλά υπήρξε ταχύτατη, όπως άλλωστε και η εξέλιξη της μορφής των πόλεων. Έτσι, δίπλα στη μεσαιωνική συνοικία, χτισμένη κατά προτίμηση στην υψηλότερη ζώνη, εμφανίστηκαν νέες συνοικίες με άνετες κατοικίες και μεγάλα πάρκα. Σήμερα, τα σημαντικότερα αστικά κέντρα της χώρας είναι (σε παρένθεση ο πληθυσμός τους το 2001, για περισσότερες πληροφορίες βλ. αντίστοιχα λήμματα), η Ζυρίχη (Ζurich, 337.900 κάτ.), η Γενεύη (Genéve, 175.000 κάτ.), η Βασιλεία (Βasel, 166.000 κάτ.), η ομοσπονδιακή πρωτεύουσα Βέρνη (Βern, 122.500 κάτ.), η Λοζάνη (Lausanne, 114.900 κάτ.) και η Λουκέρνη (Luzern, 57.000 κάτ.).Η οικονομική ευημερία της Ε., στηριγμένη στην κατάλληλη αξιοποίηση των τοπικών πόρων, είναι καρπός τόσο της πρωτοβουλίας των κατοίκων της όσο και του πνεύματος συνοχής που τους διακρίνει. Η χώρα δεν διαθέτει ορυκτό πλούτο και δεν είναι πολύ ευνοημένη από γεωργική άποψη. Τα κυριότερα πλεονεκτήματά της είναι η γεωγραφική θέση της στην καρδιά της Ευρώπης, που αξιοποιείται με άριστο δίκτυο δρόμων και σιδηροδρόμων, το υδροηλεκτρικό δυναμικό, οι ειδικευμένοι εργάτες, η ύπαρξη κεφαλαίων και οι φυσικές καλλονές που προσελκύουν πλήθη τουριστών. Εκείνο που μετέβαλε τη μικρή αυτή χώρα σε μεγάλη οικονομική δύναμη είναι ότι κατόρθωσε να αναπτύξει μια βιομηχανική οικονομία που στηρίζεται κυρίως στην ποιότητα των προϊόντων της με τη χρησιμοποίηση μεγάλων κεφαλαίων και περιορισμένου αριθμού ειδικευμένων εργατών. Η ουδετερότητα που τήρησε από το 1815, και την οποία σεβάστηκαν όλες οι μεγάλες δυνάμεις, είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία στη χώρα μιας πολιτικοοικονομικής όασης, όπου βρήκαν καταφύγιο και απασχόληση τα ξένα κεφάλαια και εγκατέστησαν την έδρα τους πολλοί διεθνείς οργανισμοί. Έως τα τέλη του 18ου αι. η Ε. ήταν μια χώρα ορεσιβίων που ασχολούνταν με αγροτικές εργασίες, υποχρεωμένοι να εξοικονομούν μερικά χρήματα στο εξωτερικό, υπηρετώντας ως μισθοφόροι στρατιώτες. Έπειτα όμως η Ε. βρέθηκε στην πρωτοπορία του σχηματισμού μιας οικονομίας καπιταλιστικού τύπου, που οδήγησε στην ακμή υφαντουργικών και μηχανουργικών βιομηχανιών, οι οποίες μπορούσαν να υπολογίζουν στην αφθονία του νερού και στην ευκολία των συγκοινωνιών. Η οικονομική ανάπτυξη πραγματοποιήθηκε μέσα σε ένα κοινωνικό και πολιτικό κλίμα που επέτρεπε, εξαιτίας της ομοσπονδιακής μορφής της χώρας, περιορισμένο βαθμό συγκεντρωτισμού· ο δημόσιος τομέας της οικονομίας έπαιζε τελείως περιθωριακό ρόλο. Από το 1945 έως το 1960 ο ρυθμός της ανάπτυξης έμεινε υψηλός, η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου σταθερή και η ανεργία ανύπαρκτη. Το 1972 υπογράφηκε συμφωνία ελεύθερου εμπορίου με την ΕΟΚ. Παρότι οι Ελβετοί δεν επιθυμούν την ένταξή τους στην ΕΕ σε σύντομο διάστημα, τα καντόνια της Βέρνης και της Βασιλείας αποφάσισαν το 1999 να αποκτήσουν στενότερους οικονομικούς δεσμούς με την Ένωση, καταργώντας διάφορα προστατευτικά μέτρα. Η ελβετική οικονομία είναι από τις πιο σταθερές της υφηλίου. Σημαντικό ρόλο παίζει ο τομέας των υπηρεσιών, αφού η Ε. είναι το κέντρο των διεθνών τραπεζικών συναλλαγών. Το 2001, το ΑΕΠ της χώρας ήταν 226.000 εκατ. δολ. ΗΠΑ και το κατά κεφαλήν εισόδημα 31.100 δολ. Ο πληθωρισμός έτρεχε με 1% την ίδια χρονιά και η ανεργία ήταν περιορισμένη (1,8%). Στην Ε. υπάρχουν χιλιάδες ξένοι εργαζόμενοι (πλησίαζαν το 24% το 1998), κυρίως Ιταλοί.Η εκβιομηχάνιση περιόρισε τη σημασία των αγροτικών ασχολιών, που διατηρούν όμως σημαντικό ρόλο στην εθνική οικονομία, καλύπτοντας ένα μέρος των αναγκών σε τρόφιμα και προσφέροντας προϊόντα που μπορούν να εξαχθούν μετά την επεξεργασία τους από τη βιομηχανία κονσερβών. Εξαιτίας των ορεινών και μάλλον άγονων εδαφών οι συνθήκες του περιβάλλοντος δεν είναι εξαιρετικά ευνοϊκές, ενώ το κρύο που επικρατεί ελαττώνει τον αριθμό των φυτών που μπορούν να καλλιεργηθούν ή τα περιορίζει μόνο στα πολύ χαμηλά υψόμετρα. Παρ’ όλα αυτά οι γεωργικές αποδόσεις είναι αρκετά υψηλές, χάρη στον εκτεταμένο και ορθολογικό εκμηχανισμό και στην τεχνική εκπαίδευση των καλλιεργητών. Στις ορεινές ή περιθωριακές ζώνες όπου κρίθηκε σκόπιμο να διατηρηθεί ένας ελάχιστος αγροτικός πληθυσμός, έστω και για τη συντήρηση του εδάφους, προσφέρονται άμεσες ή έμμεσες επιχορηγήσεις. Από τα δημητριακά την πρώτη θέση έχει το σιτάρι. Ακολουθούν κατά σειρά σημασίας το κριθάρι, το καλαμπόκι και η σίκαλη. Από τις άλλες, πιο διαδεδομένες καλλιέργειες είναι αυτές της πατάτας, των λαχανικών και κηπευτικών, μαζί με ορισμένες βιομηχανικές καλλιέργειες, όπως των ζαχαρότευτλων, του καπνού και των φυτών για σπορέλαια. Η αμπελοκαλλιέργεια είναι αρκετά διαδεδομένη στις πλαγιές της λίμνης Λεμάν, στις κοιλάδες του Ροδανού και στο καντόνι του Τιτσίνο. Η οπωροκαλλιέργεια (μήλα, αχλάδια, δαμάσκηνα, κεράσια) είναι ανεπτυγμένη κυρίως στις Προάλπεις, στον Ιούρα και στο κεντρικό και ανατολικό τμήμα του υψιπέδου. Η βιομηχανία ξύλου, εντοπισμένη στην αλπική περιοχή και στον Ιούρα, στηρίζεται κυρίως σε εισαγόμενες πρώτες ύλες. Η δασική έκταση αυξάνεται ελαφρά, κυρίως χάρη στην αναδάσωση που έγινε για υδρογεωλογική άμυνα.Στη βάση της ελβετικής αγροτικής οικονομίας βρίσκεται η κτηνοτροφία και κυρίως η εκτροφή γαλακτοφόρων αγελάδων (1,61 εκατ. το 2001). Το γάλα που συγκεντρώνεται χρησιμοποιείται σε μεγάλο μέρος για την παραγωγή τυριού, βουτύρου, συμπυκνωμένου γάλακτος και σοκολάτας, που προορίζονται κυρίως για εξαγωγή. Πολυάριθμοι είναι επίσης οι χοίροι που εκτρέφονται κυρίως στη Μίτελαντ. Αντίθετα υποχωρεί η εκτροφή προβάτων που περιορίζεται σε ορισμένες ζώνες των Άλπεων και σημειώνεται αύξηση στη μελισσοκομία.Ο σχηματισμός της Ένωσης. Κατά τους προ-ρωμαϊκούς αιώνες στην περιοχή της Ε. κατοικούσαν οι φυλές των Ελβετίων (Ηelvetii) στα δυτικά και των Ρετίων στα ανατολικά. Η κίνησή τους προς τα δυτικά ανακόπηκε από τον Μάριο και αργότερα από τον Καίσαρα που, με τη νίκη στα Βίβρακτα (58 π.Χ.), επέβαλε την κυριαρχία της Ρώμης στην περιοχή. Εξαιτίας της μεθοριακής θέσης της, η Ε. υπέστη τις πρώτες επιδρομές των βαρβάρων και τις εισβολές των Αλαμανών από τον βορρά και των Βουργουνδών από τη δύση, κατά τον 4ο αι. μ.Χ. Από την εποχή εκείνη χρονολογείται η γλωσσική διαίρεση της χώρας που συνεχίζεται ακόμα και σήμερα. Έναν αιώνα αργότερα έφτασαν οι Φράγκοι, που με τη σειρά τους νίκησαν τους Αλαμανούς και τον 6ο αι. τους Βουργουνδούς. Κάτω από τη βασιλεία τους η χώρα ξαναβρήκε την πολιτική της ενότητα, την οποία διατήρησε για τριακόσια χρόνια. Με τους Φράγκους διαδόθηκε ο χριστιανισμός, η μοναστηριακή ζωή και ο φεουδαρχισμός και σχηματίστηκαν τα μεγάλα μοναστήρια (όπως η μονή του Ζανκτ Γκάλεν), τα οποία έγιναν κέντρα πολιτισμού και πολιτικής. Μετά τον 9ο αι. και τον διαμελισμό της αυτοκρατορίας του Καρλομάγνου, η χώρα έγινε μέρος του δουκάτου της Αλαμανίας, περνώντας έτσι στην τροχιά της Γερμανικής αυτοκρατορίας και ύστερα στους κόμητες Τσάριγκεν. Από την περίοδο της φεουδαρχικής αναρχίας που ακολούθησε επωφελήθηκε ο Ροδόλφος των Αψβούργων για να γίνει κύριος σχεδόν ολόκληρης της χώρας. Το 1276 ο Ροδόλφος Α’ των Αψβούργων επιχείρησε να επιβάλει στην Ε. αυστηρή φεουδαρχική δομή, κίνηση που θεωρήθηκε από τους Ελβετούς ως απειλή για την παραδοσιακή τους ανεξαρτησία. Με τον θάνατο του Ροδόλφου Α’ των Αψβούργων (1291) οι ορεσίβιοι των δασικών καντονιών (Ούρι, Σβιτζ, Ουντερβάλντεν) αποφάσισαν να κάνουν μια συμφωνία αμοιβαίας βοήθειας: αν και δεν αρνούνταν την εξάρτησή τους από την αυτοκρατορία, δεν δέχονταν πια ξένους διοικητές και ήθελαν να ζήσουν ως αυτόνομη επαρχία. Εκτός από τις αποφάσεις αυτές, η συμφωνία που έγινε στις αρχές του Αυγούστου του 1291 περιλάμβανε και κανονισμούς για την επίλυση των τοπικών διαφορών και ένα στοιχειώδες ποινικό δίκαιο. Έτσι δημιουργήθηκε η Ελβετική Ομοσπονδία και οι ομόσπονδοι εκδίωξαν από τις κοιλάδες τους τους βαΐλους των Αψβούργων, περιβάλλοντας με θρύλο τις εξεγέρσεις τους: τα κατορθώματα του Γουλιέλμου Τέλλου και του Βέρνερ από το Στάουφαχ. Επιπλέον, η νεαρή ομοσπονδία κατόρθωσε να αντέξει στον αποκλεισμό των Αψβούργων και να προετοιμαστεί για νικηφόρο πόλεμο. Η λαμπρή νίκη του Μόργκαρτεν (1315) παρακίνησε ακμαίες πόλεις, όπως η Λουκέρνη και η Ζυρίχη, να συμμαχήσουν με τα δασικά καντόνια, και το παράδειγμά τους ακολούθησαν η Γκλάρους, η Τσουκ και η Βέρνη. Έτσι σχηματίστηκε μια ομοσπονδία από οκτώ καντόνια (1353). Η Αυστρία νικήθηκε πάλι από τους ομοσπονδιακούς στο Ζέμπαχ (1386) και στο Νέφελς (1388). Οι Αυστριακοί επεδίωκαν να καταλάβουν τη γραμμή του Ρήνου για να εξασφαλίσουν ασφαλέστερα σύνορα και εφάρμοσαν μια υπομονετική πολιτική σχεδόν σε όλη τη διάρκεια του 15ου και του 16ου αι. Οι μέθοδοι ήταν δύο: η συμμαχία με τις ελεύθερες πόλεις και περιοχές (Γενεύη, Βαλέ, Ζανκτ Γκάλεν, ομοσπονδία των ορεινών περιοχών) και η στρατιωτική κατάληψη (Βαλ Λεβεντίνα και έπειτα όλο το Τιτσίνο, η εκστρατεία του Άαργκαου, του Τούργκαου και του Βο). Στο μεταξύ όμως η προσχώρηση του Φράιμπουργκ, του Ζόλοτουρν και του Σαφχάουζεν είχε επεκτείνει την ομοσπονδία σε έντεκα καντόνια. Το 1474 οι Αυστριακοί εγκατέλειψαν τις προσπάθειές τους να προσαρτήσουν την Ε. και η Ομοσπονδία συνδέθηκε πολιτικά με την Αγία Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Το 1499 ο αυτοκράτορας Μαξιμιλιανός Α’ προσπάθησε να περιστείλει κάποια κυριαρχικά δικαιώματα της Ομοσπονδίας, με αποτέλεσμα να ξεσπάσει πόλεμος. Στις 22 Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου υπογράφηκε η συνθήκη της Βασιλείας με την οποία ο αυτοκράτορας αναγνώριζε την ανεξαρτησία των Ελβετών. Το 1513 προσχώρησαν στην Ομοσπονδία και τα καντόνια της Βασιλείας και του Άπεντσελ. Κατά τα τέλη του 15ου και στις αρχές του 16ου αι. Ελβετοί μισθοφόροι, περίφημοι για τις στρατιωτικές τους αρετές, πήραν μέρος στον πόλεμο της Βουργουνδίας που προκάλεσε το φιλόδοξο σχέδιο του Καρόλου του Τολμηρού, και στον πόλεμο της Αγίας Λίγκα στην Ιταλία ως σύμμαχοι του Ιουλίου Β’ εναντίον των Γάλλων. Με τη νίκη της Νοβάρα (1513) οι Ελβετοί έδιωξαν τους Γάλλους από τη Λομβαρδία, έγιναν κύριοι του Μιλάνου, προσάρτησαν τις περιοχές που αργότερα αποτέλεσαν το καντόνι του Τιτσίνο και έφτασαν στο αποκορύφωμα της πολεμικής δόξας τους. Δύο χρόνια αργότερα ανακόπηκε η ευρωπαϊκή περιπέτεια του νεαρού κράτους με την ήττα που υπέστη στο Μαρινιάνο (1515) από τον βασιλιά της Γαλλίας Φραγκίσκο Α’. Από τότε η ζωή της Ομοσπονδίας περιορίστηκε στα βουνά, εγκαινιάζοντας την πολιτική εκείνη της αποχής από τις ευρωπαϊκές αντιθέσεις που προετοίμασε τη σύγχρονη πολιτική της ουδετερότητας. Η θρησκευτική Μεταρρύθμιση. Αλλά τα δεινά δεν είχαν τελειώσει: στις παλιές αντιθέσεις προστέθηκε η θρησκευτική σύγκρουση. Το 1518 ο πάστορας Ζβίγγλιος καταφέρθηκε εναντίον της τακτικής πώλησης συγχωροχαρτιών από την Καθολική Εκκλησία και λίγο αργότερα, υπό την ηγεσία του, ο λαός της Ζυρίχης ξεσηκώθηκε έχοντας την υποστήριξη και της τάξης των εμπόρων. Οι μεταρρυθμίσεις που εισήχθησαν αποτέλεσαν μια κίνηση οριστικής ρήξης της Ομοσπονδίας με τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία και την Καθολική Εκκλησία. Η προτεσταντική μεταρρύθμιση διαδόθηκε στις κυριότερες πόλεις, χάρη στον Ικολάμπιο και στον Βαδιανό και, μεταξύ των γαλλόφωνων, χάρη στους Φαρέλ, Βιρέ και Καλβίνο. Η μετάβαση δεν ήταν πάντα ομαλή, και η περίοδος μεταξύ 1518 και 1550 χαρακτηρίστηκε από διχόνοιες και συγκρούσεις μεταξύ των ομόσπονδων καντονιών. Ακολούθησε η μεγάλη κρίση του Τριακονταετούς πολέμου (1618-48). Η Ομοσπονδία κατόρθωσε να διατηρήσει την ουδετερότητά της, παρά το πέρασμα πολλών ξένων στρατών μέσα από τα εδάφη της. Επίσης, κατόρθωσε να δημιουργήσει μια εσωτερική στρατιωτική συμφωνία (Αμυντικό του Βιλ, 1647) και να εξασφαλίσει από τη συνθήκη της Βεστφαλίας (1648) την αναγνώριση της ανεξαρτησίας της Ε. Έτσι αναγνωρίστηκε και τυπικά η ύπαρξη του ελβετικού κράτους. Λίγο αργότερα ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος μεταξύ των αριστοκρατών των πόλεων και των αγροτών. Η Ε. έφτασε στα τέλη του 18ου αι., με τα εμβατήρια της Γαλλικής επανάστασης να αντηχούν έξω από τα σύνορά της. Οι αντίκτυποι της Γαλλικής επανάστασης και ο θρίαμβος του φιλελευθερισμού. Ο 16ος αι., με τους πολέμους του και τους μισθοφορικούς στρατούς του, είχε αποφέρει στην Ε. πολλά πλούτη. Η Μεταρρύθμιση είχε προσδώσει νέο σφρίγος στην κριτική σκέψη και στη λογοτεχνική παραγωγή με θρησκευτικό περιεχόμενο. Ο 18ος ήταν όμως ένας πιο λαμπρός αιώνας. Ο ελβετικός Διαφωτισμός είδε να ακμάζουν η παιδαγωγική του Ζαν-Ζακ Ρουσό και του Πεσταλότσι, ένας μεγάλος αριθμός μαθηματικών και φυσικών, το τραγούδι του Α. Φον Χάλερ, ο προ-ρομαντικός λυρισμός του Σ. Γκέσνερ, εκτός από τις άφθονες λογοτεχνικές μάχες και την πρώτη απόπειρα εθνικής ιστοριογραφίας με τον Ζ. Μίλερ. Η Γαλλική επανάσταση εξαπλώθηκε και μέσα από τα σύνορα της Ε. Οι επαναστάτες είχαν την πλήρη υποστήριξη των Γάλλων επαναστατών, οι οποίοι επεδίωκαν να περάσουν πολιτικές μεταρρυθμίσεις και να εγκαθιδρύσουν ισχυρή κεντρική εξουσία. Η επαναστατική εισβολή (1798) τα σάρωσε όλα και ο Ναπολέων δημιούργησε ένα νέο κράτος κατά το γαλλικό πρότυπο, την Ελβετική Δημοκρατία, και επέβαλε νέο σύνταγμα. Με την πτώση του Ναπολέοντα, το συνέδριο της Βιέννης (1815) προσέθεσε στην Ε. τρία επιπλέον καντόνια (Βαλέ, Νεσατέλ και Γενεύη) κηρύσσοντας επίσημα την αμετακίνητη ουδετερότητα της Ομοσπονδίας. Από τότε επίσης τα σύνορα της χώρας παραμένουν ουσιαστικά αμετάβλητα. Η εποχή που ακολούθησε, μια εποχή προσαρμογής στα νέα δεδομένα, χαρακτηρίστηκε από εσωτερικές συγκρούσεις μεταξύ δημοκρατικών και αντιδραστικών και μεταξύ καθολικών και προτεσταντών. Το 1847 τα καθολικά καντόνια δημιούργησαν μια ξεχωριστή ένωση, την Ζόντερμπουντ, και προκλήθηκε εμφύλια σύρραξη, όταν η Ένωση αρνήθηκε να διαλυθεί. Με τη νίκη των Ομοσπονδιακών το 1848 άρχισε η εποχή που θα εξαφάνιζε τους τοπικιστικούς ανταγωνισμούς, στην οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθεί η ισορροπία μεταξύ πόλεων και υπαίθρου, μεταξύ διαφορών εθνικής καταγωγής και μεταξύ παλιών θρησκευτικών αντιθέσεων, η εποχή της ανεξιθρησκίας και της δημοκρατίας. Ήταν το γεγονός που έδωσε την αναγκαία ώθηση για μεταρρύθμιση του κράτους, αλλαγές στο σύνταγμα και οριστική μετάβαση της Ε. από μια χαλαρή ομοσπονδιακή ένωση καντονιών σε ενιαίο ομοσπονδιακό κράτος. Το σύνταγμα του 1874 είναι αυτό που ισχύει, με ελάχιστες μεταβολές, έως και σήμερα. Αφού ξεπέρασε τα οργανωτικά προβλήματα, η Ομοσπονδία έστρεψε την προσοχή της προς τη βιομηχανική, κοινωνική και πνευματική ανάπτυξη, επωφελούμενη από την ευημερία που χαρακτήριζε την Ευρώπη κατά τα τέλη του 19ου αι. και μέχρι τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο. Οι πόλεις αναπτύσσονταν με απίστευτο ρυθμό, το εμπόριο επεκτεινόταν προς όλες τις ηπείρους, ευνοούμενο από έναν γιγαντιαίο μηχανισμό τραπεζών και ασφαλειών. Η διατήρηση της ουδετερότητας. Κατά τη διάρκεια των δύο παγκοσμίων πολέμων η Ομοσπονδία κατόρθωσε να διατηρήσει τη δική της ουδετερότητα και να της δώσει εξαιρετική αξία. Η ουδετερότητα αυτή είναι συμβατική (στηρίζεται δηλαδή σε συνθήκη που έχουν δεχτεί η Ε. και πολλά άλλα κράτη), ένοπλη και διαρκής (ισχύει δηλαδή τόσο σε καιρό πολέμου όσο και σε καιρό ειρήνης). Απαγορεύει τη συμμετοχή σε πολιτικούς συνασπισμούς, όχι όμως και σε οργανισμούς με πνευματικούς, ανθρωπιστικούς, νομικούς και οικονομικούς σκοπούς. Βγαίνοντας αλώβητη από τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, η Ε. ήταν περισσότερο παρά ποτέ αποφασισμένη να μείνει έξω από όλους τους πολιτικούς σχηματισμούς. Η υπεράσπιση της ουδετερότητας επέβαλε γρήγορα τον επανεξοπλισμό (Σεπτέμβριος 1953) και αργότερα την ενίσχυση του ίδιου του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου (Ιούλιος 1958). Ειρηνόφιλοι Διαμαρτυρόμενοι καθώς και πολίτες της Αριστεράς προσπάθησαν να περιλάβουν στο σύνταγμα άρθρο που θα απαγόρευε την απόκτηση ατομικών όπλων στην Ε., αλλά η συνταγματική αυτή τροπολογία, που υποβλήθηκε δύο φορές σε λαϊκό δημοψήφισμα (1962 και 1963), απορρίφθηκε και τις δύο φορές. Η φανατική προσήλωση στην ουδετερότητα δεν εμπόδισε την Ε. να μετάσχει στη διεθνή ειρηνευτική δύναμη των ουδέτερων κρατών που επέβλεπε την εκεχειρία στην Κορέα το 1953, να πάρει μέρος στην Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών (ΕΖΕΣ, Ιανουάριος 1960) και να ζητήσει από το 1961 τη σύνδεσή της με την ΕΟΚ –με την οποία υπεγράφη το 1972 συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών– χωρίς να γίνει πλήρες μέλος, για να αποφύγει την ευρωπαϊκή πολιτική ενοποίηση, που ήταν ο τελικός στόχος των επιδιώξεων των ιδρυτών της Κοινής Αγοράς. Το 1979 η κατά βάση γαλλόφωνη περιοχή του Ιούρα αποσπάστηκε από το γερμανόφωνο καντόνι της Βέρνης και έτσι ιδρύθηκε το πρώτο νέο καντόνι από το 1815, όταν ορίστηκαν τα σύνορα της Ε. Παρά το γεγονός ότι η Ε. υπήρξε παραδοσιακή έδρα πολλών διεθνών οργανισμών, η χώρα καθυστέρησε πολλά χρόνια να γίνει μέλος των Ηνωμένων Εθνών, κάτι που έγινε τελικά μόλις το 2002 μετά από δημοψήφισμα. Η Ε. άρχισε να απομακρύνεται από την παραδοσιακή της απομόνωση στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις οικονομικές πιέσεις και στη συνεχιζόμενη ολοκλήρωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και στην ανατροπή των καθεστώτων της ανατολικής Ευρώπης. Το 1992 εγκρίθηκε η πρόταση της κυβέρνησης για ένταξη στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και στη Διεθνή Τράπεζα. Τον ίδιο χρόνο το ελβετικό κοινοβούλιο ενέκρινε την απαραίτητη νομοθεσία για την εφαρμογή της συμφωνίας για τη δημιουργία ελεύθερης ζώνης εμπορίου, του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, που περιλαμβάνει τις χώρες της ΕΕ και τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης Ελευθέρου Εμπορίου. Την 1η Ιανουαρίου 1996, η Ε. ανέλαβε την προεδρία του Οργανισμού για τη Συνεργασία και την Ασφάλεια στην Ευρώπη, για έναν χρόνο, και έτσι συνεργάστηκε με τους μεγάλους διεθνείς οργανισμούς. Η Ε. βγαίνοντας λίγο από την απομόνωσή της θέτει ως προτεραιότητά της να συμβάλει στη διεύρυνση των δημοκρατικών θεσμών, στην προστασία των μειονοτήτων και στην πρόληψη των πολέμων στην Ευρώπη και στον κόσμο. Εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις και κοινωνικά θέματα. Από το 1959 οι κυβερνητικές θέσεις μοιράζονται ανάμεσα στο Σοσιαλδημοκρατικό, στο Ριζοσπαστικό Δημοκρατικό, στο Χριστιανοδημοκρατικό Λαϊκό και στο Ελβετικό Λαϊκό Κόμμα. Ο συνασπισμός αυτός διαθέτει σχεδόν τα 3/4 των εδρών στο Εθνικό Συμβούλιο και μια μεγαλύτερη πλειοψηφία στο Συμβούλιο των Καντονιών. Στις εκλογές του 1975 κέρδισε τις 169 από τις 200 έδρες στο Εθνικό Συμβούλιο και στις εκλογές του 1979 διατήρησε την πλειοψηφία αυτή. Στις εκλογές του 1983 υπήρξε μια μικρή μείωση της δύναμης του συνασπισμού, ο οποίος εξασφάλισε 166 έδρες, ενώ για πρώτη φορά οι Πράσινοι κέρδισαν τρεις έδρες. Στις εκλογές του 1987 ο κυβερνητικός συνασπισμός υπέστη μια επιπλέον μείωση κερδίζοντας 159 έδρες, κάτι που αποδόθηκε στην υποστήριξη περιβαλλοντικών και σοσιαλιστικών ομάδων οι οποίες δραστηριοποιήθηκαν για τα ζητήματα της πυρηνικής ασφάλειας, της μόλυνσης του Ρήνου και της καταστροφής των δασών. Το Κόμμα των Πρασίνων κέρδισε εννέα έδρες, ενώ μια συνεργασία ανεξάρτητων προοδευτικών οργανώσεων απέσπασε τέσσερις έδρες. Στις γενικές εκλογές του 1991 ο κυβερνητικός συνασπισμός είδε τη δύναμή του να μειώνεται ακόμα περισσότερο αποσπώντας 149 έδρες, ενώ το μικρό Κόμμα των Αυτοκινητιστών, το οποίο ιδρύθηκε για να υποστηρίξει τα συμφέροντα των αυτοκινητιστών αλλά στη συνέχεια στράφηκε εναντίον των μεταναστών, κατέκτησε οκτώ έδρες και οι Πράσινοι ανέβασαν τη δύναμή τους σε 14 έδρες. Τον Οκτώβριο του 1984 εξελέγη η πρώτη γυναίκα που θα μετείχε στην κυβέρνηση, η δρ Ελίζαμπεθ Κοπ, η οποία έγινε υπουργός Δικαιοσύνης. Τον Δεκέμβριο του 1988 η συνέλευση εξέλεξε την Κοπ ως αντιπρόεδρο της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για το 1989. Ωστόσο, τον ίδιο μήνα η Κοπ παραιτήθηκε από το υπουργείο Δικαιοσύνης, μετά από κατηγορίες για παραβίαση των κανονισμών, επειδή προειδοποίησε τον σύζυγό της για επικείμενη ανάκριση στα οικονομικά της εταιρείας του. Τον Φεβρουάριο του 1989, η Κοπ αντικαταστάθηκε στη θέση του αντιπροέδρου, αλλά έναν χρόνο αργότερα απαλλάχθηκε από το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο. Ανάλογη περιπέτεια, σχετικά με την εκλογή μιας γυναίκας, σημειώθηκε το 1993 όταν το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα πρότεινε την Κριστιάν Μπρινέρ για τη θέση του υπουργού Εξωτερικών. Η υποψηφιότητα απορρίφθηκε από τα άλλα μέλη του συνασπισμού προς όφελος ενός άντρα, ο οποίος όμως αρνήθηκε να πάρει τη θέση της. Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα παρουσίασε νέα γυναίκα υποψήφια, τη Ρουθ Ντρεϊφούς, η οποία, μετά από τρεις ψηφοφορίες, έγινε τελικά η δεύτερη γυναίκα υπουργός στην ιστορία της Ε. Τον Οκτώβριο του 1995, οι γενικές εκλογές έδειξαν ότι οι Ελβετοί ψηφοφόροι έθεταν νέα εμπόδια σε ενδεχόμενη ένταξη της χώρας τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, προκαλώντας ένταση και στον τετρακομματικό συνασπισμό με την ενίσχυση τόσο του φιλοευρωπαϊκού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος όσο και του αντιευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος. Το ζήτημα της Ευρώπης ήταν το κυρίαρχο στις εκλογές εκείνες και σύμφωνα με τα αποτελέσματα οι σοσιαλδημοκράτες, οι οποίοι υποστήριζαν την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αύξησαν σημαντικά τη δύναμή τους, αλλά κέρδη σημείωσε και το Λαϊκό Κόμμα, το οποίο ήταν κατηγορηματικά αντίθετο στην προοπτική της ένταξης. Για πρώτη φορά ύστερα από αρκετά χρόνια τα τέσσερα κόμματα του κυβερνητικού συνασπισμού έλεγχαν και πάλι πάνω από τα τρία τέταρτα των εδρών στο Εθνικό Συμβούλιο και έτσι ενισχύθηκε η λεγόμενη μαγική φόρμουλα, με την οποία τα τέσσερα κόμματα κυβερνούσαν μαζί από το 1959. Το 1998, η Ρουθ Ντρεϊφούς εξελέγη στη θέση του προέδρου της Ομοσπονδίας. Ήταν η πρώτη φορά που στη θέση αυτή εκλεγόταν γυναίκα, και μάλιστα εβραϊκής καταγωγής. Την επόμενη χρονιά, στις εκλογές του 1999, το Λαϊκό Κόμμα έμεινε για πρώτη φορά από το 1959 εκτός κυβερνητικού συνασπισμού. Κοινωνικά ζητήματα. Μετά την καταστροφή του Τσερνομπίλ τον Απρίλιο του 1986 στην Ε. σημειώθηκαν μεγάλες λαϊκές κινητοποιήσεις σχετικά με την ασφάλεια των πέντε πυρηνικών σταθμών της χώρας. Το αποτέλεσμα ήταν να ματαιωθεί το 1989 η κατασκευή και έκτου σταθμού καθώς και η κατασκευή άλλων σταθμών για τα επόμενα δέκα χρόνια. Το ζήτημα των ξένων μεταναστών και προσφύγων απασχολεί έντονα την Ε. τα τελευταία χρόνια. Το 1986 η κυβέρνηση εισήγαγε νομοθεσία για τον περιορισμό των προσφύγων που ζητούν πολιτικό άσυλο στην Ε. Η νέα νομοθεσία επικρίθηκε έντονα από σοσιαλιστικές και θρησκευτικές οργανώσεις και τον Απρίλιο του 1987 διεξήχθη δημοψήφισμα για το ζήτημα. Από το 42% του εκλογικού σώματος που έλαβε μέρος, η πλειοψηφία εκφράστηκε υπέρ των περιορισμών. Το 1990 εκδηλώθηκαν ταραχές στη Βέρνη εξαιτίας της αποκάλυψης ότι οι αρχές ασφαλείας της χώρας διατηρούσαν μυστικούς φακέλους για περισσότερα από 200.000 άτομα. Σύντομα ψηφίστηκε νέα νομοθεσία που έθετε φραγμούς στη δραστηριότητα και στη δικαιοδοσία της μυστικής αστυνομίας. Κατά τη διετία 1997-98 διεξήχθησαν διεθνείς έρευνες σχετικά με τη στάση της χώρας απέναντι στους Ναζί κατά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο και διατυπώθηκαν σφοδρές κατηγορίες ότι η Ε. επέτρεψε στους Γερμανούς τη διέλευση χιλιάδων Ιταλών και Εβραίων αιχμαλώτων μέσα από τα σύνορά της, καθ’ οδόν προς τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ενώ αρνήθηκε την παροχή πολιτικού ασύλου σε τεράστιο αριθμό Εβραίων προσφύγων. Η κρίση αυτή χαρακτηρίστηκε ως η χειρότερη από την εποχή του πολέμου. Το 1997 η Ε. συμφώνησε να χρησιμοποιήσει μέρος των αποθεμάτων της σε χρυσό για τη δημιουργία ενός ταμείου για τα θύματα «γενοκτονιών, φυσικών καταστροφών και φτώχειας», αλλά στην ουσία σκοπός της ήταν να επιστρέψει ένα μέρος των περιουσιών που ορισμένες ελβετικές τράπεζες παρακράτησαν από τους απογόνους θυμάτων του Ολοκαυτώματος. Υπό το βάρος της διεθνούς κατακραυγής, τον Αύγουστο του 1998 η Ομοσπονδιακή Τράπεζα της Ε. και η Credit Suisse συμφώνησαν να καταβάλουν αποζημίωση ύψους 1,25 εκατ. δολαρίων στις οικογένειες αυτές. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση επανέφερε στις αρχές του 2001 το ζήτημα της πιθανής ένταξης της Ε. στην ΕΕ. Το δημοψήφισμα όμως έδειξε ότι οι Ελβετοί εξακολουθούν να απορρίπτουν την ιδέα, και μάλιστα με συντριπτική πλειοψηφία (σχεδόν 77%). Σε άλλο δημοψήφισμα όμως, τον Μάρτιο του 2002, αποφασίστηκε με ποσοστό 55% η πλήρης συμμετοχή της χώρας στον ΟΗΕ ως το 190ό μέλος του.Από τον Μεσαίωνα έως τον 18ο αι. Ο Μεσαίωνας, αν εξαιρέσει κανείς την πολιτιστική ώθηση η οποία ξεκίνησε στη γερμανική Ε. από τα αβαείο του Ζανκτ Γκάλεν, που ιδρύθηκε κατά τις αρχές του 7ου αι. και επιβλήθηκε ως σημαντικό κέντρο μελετών και μεταφράσεων λατινικών κειμένων, υπήρξε μια εποχή πνευματικής αδράνειας για την Ε. Η λογοτεχνική παραγωγή του 12ου και του 13ου αι. αντιπροσωπεύεται από θρησκευτικά δράματα, λυρικά ποιήματα αγάπης, ιπποτικά μυθιστορήματα, από τα οποία ξεχωρίζει Ο φτωχός Ερρίκος (Der arme Ηeinrich) του Χάρτμαν Φρον Άουε (έζησε μεταξύ 1170 και 1220), πολύτιμο και θεμελιώδες ντοκουμέντο της γερμανικής μεσαιωνικής γλώσσας. Ο ουμανισμός και η Μεταρρύθμιση έδωσαν ώθηση σε μια ουσιαστικότερη λογοτεχνική ζωή στη γερμανόφωνη Ε. Στη Βασιλεία, στο δεύτερο μισό του 15ου αι., με την παρότρυνση του Αινεία Σίλβιο Πικολόμινι (του μετέπειτα πάπα Πίου Β’), ιδρύθηκε το πανεπιστήμιο που εξελίχθηκε γρήγορα σε σημαντικότατο κέντρο της πολιτιστικής κίνησης του βορρά. Εκεί δίδαξαν ο Έρασμος, ο Τόμας Πλάτερ (1499-1582) και ο Φίλιπ Τέοφραστ φον Χόενχαϊμ, ο γνωστότερος ως Παράκελσος (1493-1541). Η σημασία των έργων τους ξεπερνά κατά πολύ τα όρια μιας τοπικής παραγωγής. Μαζί με τη Βασιλεία επιβλήθηκαν ως ουμανιστικά κέντρα η Ζυρίχη, το Ζανκτ Γκάλεν και η Βέρνη, κέντρα επίσης και της προτεσταντικής Μεταρρύθμισης. Από την πλευρά των καθολικών, αναπτύχθηκαν η Λουκέρνη και το Φράιμπουργκ. Ουμανιστές, θεολόγοι, πολιτικοί αρχηγοί, όπως ο Χούλντραϊχ Ζβίγγλιος και ο Γιόακιμ φον Βατ, πολεμικοί και θεατρικοί συγγραφείς έδωσαν όλη τους την ενεργητικότητα για τον θρίαμβο της πίστης τους και της πόλης τους. Τον 16ο αι. εμφανίστηκαν οι πρώτες ιστορικές πραγματείες πάνω στις εθνικές παραδόσεις. Εθνικές και θρησκευτικές ρίζες είχαν τον 16ο αι. η λαδινική και η ρομανική λογοτεχνία. Τα πρώτα σχετικά κείμενα ήταν ένα ποίημα για τον πόλεμο του πύργου του Μούσο, η ερμηνεία της Βίβλου και, έναν αιώνα αργότερα, μια συλλογή από θρησκευτικά άσματα, έργο του αβαείου του Ντίζεντις. Αυτά τα θρησκευτικά θέματα χαρακτήρισαν ολόκληρη την παραγωγή του 18ου αι. Ο αιώνας αυτός υπήρξε ιδιαίτερα σημαντικός για την εξέλιξη των γραμμάτων στην Ε. Μεγάλη σημασία αποδίδεται στον ελβετικό Διαφωτισμό, επειδή σημείωσε μια ιδιαίτερη και αντιδραστική ανάπτυξη. Για τον λόγο αυτό αντικρούστηκε με τον ορθολογισμό, απορρίπτοντας τη γαλλική κουλτούρα, και παρουσίασε πρόωρα τα ενδιαφέροντα και τα κίνητρα του ρομαντισμού μέσα από την ανακάλυψη της φύσης. Αντιπροσωπευτικά έργα αυτής της περιόδου είναι το φιλοσοφικό και διδακτικό ποίημα Οι Άλπεις (Die Αlpen) του Άλμπρεχτ φον Χάλερ (1708-1777), τα αισθηματικά λυρικά ποιήματα του Ζάλομον Γκέσνερ (1730-1788), η Ιστορία της Ελβετικής Συνομοσπονδίας (Geschichte der schweizerischen Εigenossenschaft) του Γιοχάνες Μίλερ (1752-1809) κ.ά. Ξεχωρίζουν πάνω από όλες οι μορφές δύο παιδαγωγών: του Γιόχαν Κάσπαρ Λαφάτερ (1741-1801), που ήταν φίλος του Γκέτε, και του Γιόχαν Χάινριχ Πεσταλότσι (1746-1827). Εκτός από αυτούς τους ακαδημαϊκούς συγγραφείς, ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση του Ούλριχ Μπρέκερ (1735-1798), μισθοφόρου, αγρότη και συγγραφέα, που έγραψε το αυτοβιογραφικό έργο Ο φτωχός από το Τόγκενμπουργκ (Der arme Μann aus Τoggenburg). Ο 19ος και ο 20ός αι. Αν ο 18ος αι. ήταν κοσμοπολίτικος, ο 19ος υπήρξε ρομαντικά ατομικιστικός. Το ενδιαφέρον των καλλιτεχνών στράφηκε στις ξεχωριστές εθνικότητες. Μεταξύ 1830 και 1848 η Ε. μεταβλήθηκε από μια απλή ένωση σε ένα γερό ομοσπονδιακό κράτος, ενώ άρχισε και η διαδικασία εκβιομηχάνισης της χώρας. Αυτή η Μεταρρύθμιση υποστηρίχθηκε από το έργο του Άλμπερτ Μπίτσιους, γνωστού με το όνομα Ιερεμίας Γκότχελφ (1797-1854), με τα μυθιστορήματα Ο υπηρέτης Ούλι (Uli, der Κnecht) και Ο καθρέφτης των χωρικών (Der Βauernspiegel) και του Γκότφριντ Κέλερ (1819-1890), με το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα Ο πράσινος Ερρίκος (Der grϋne Ηeinrich) και το πλέον ολοκληρωμένο Μάρτιν Ζάλαντερ (Μartin Salander). Παράλληλα με αυτούς τους εθνικούς συγγραφείς αναπτύχθηκε μια ομάδα κοσμοπολιτών συγγραφέων: στη ρομανική Ε. αυτοί που ανήκαν στον όμιλο του Κοπέ και οι δύο Μονιέ, ο Μαρκ (1829-1885) και ο Φιλίπ (1864-1911)· στη γερμανική ζώνη ο ρεαλιστής Κόνραντ Φέρντιναντ Μέγερ (1825-1898) και ο Καρλ Σπίτελερ (1845-1924), ο μοναδικός Ελβετός που έχει τιμηθεί με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας (1919). Το ελβετικό εθνικό ρεύμα παρατάθηκε μέχρι τον 20ό αι., με τον Σαρλ-Φερντινάν Ραμί και τον Μαρσέλ Ρεϊμόν. Ο κριτικός λογοτεχνίας Καρλ Σμιντ περιέγραψε τη γερμανόφωνη ελβετική λογοτεχνία του 20ού αι. ως την «κακοκεφιά ενός μικρού έθνους». Πράγματι, πολλοί είναι οι Ελβετοί συγγραφείς που καταπιάστηκαν με το θέμα της ζωής σε μια χώρα που θεωρείται (τόσο από τους ξένους όσο και από πολλούς ντόπιους) στενόχωρη, επαρχιώτικη, εσωστρεφής και με αποκλειστικά οικονομολογικές αξίες. Στους συγγραφείς που ανήκουν στο ρεύμα του Νέου Μυθιστορήματος (Νouveau Roman) συγκαταλέγονται ο Ρόμπετ Βάλζερ, ο Γιάκομπ Μπίρερ, ο Ρ. Πινζέ που γεννήθηκε στη Γενεύη, ενώ πρωτοτυπία διακρίνει το έργο του Ι. Βελάν και του μυθιστοριογράφου και δοκιμιογράφου Ζ. Σεσέξ. Το σύγχρονο μυθιστόρημα έχει να παρουσιάσει συγγραφείς όπως οι Ζ.Π. Μονιέ και Ι. Ζ. Γκράγκεν. Μεταξύ των σύγχρονων ποιητών θα πρέπει να αναφερθούν οι Ζ. Ρουντ, Γκ. Τρολιέ, Φ. Ζακοτέ και Π. Πατόκι. Στο πεδίο της δοκιμιογραφίας, το οποίο είναι ίσως το σημαντικότερο της γαλλόφωνης λογοτεχνίας της Ε., διακρίνονται οι Α. Μπεγκουΐν, Μ. Ρεϊμόν, Ντενίς ντε Ρουζεμόν, τα έργα του οποίου είχαν ευρωπαϊκή απήχηση, καθώς και ο Γ. Σταρομπίνσκι. Σημαντικότατο υπήρξε τέλος το έργο του γλωσσολόγου Φερντινάν ντε Σοσίρ, ιδρυτή της σχολής της δομικής γλωσσολογίας. Στη γερμανόφωνη Ε., εκτός από τη σπουδαία παραγωγή του Χέρμαν Έσε, πολιτογραφημένου Ελβετού αλλά γεννημένου στη Γερμανία, αναδείχθηκε μια γενιά ποιητών και συγγραφέων, όπως ο Άλμπερτ Γιάκομπ Βέλτι και ο Έντβιν Άρνετ ή αφιερωμένων στη μελέτη της αναδιάρθρωσης της κοινωνίας όπως ο Ρούντολφ Γιάκομπ Χουμ. Αδιαμφισβήτητα ηγετικές μορφές ολόκληρης της ελβετικής λογοτεχνίας ήταν οι Φρίντριχ Ντίρενματ και Μαξ Φρις, που απέκτησαν διεθνή φήμη. Τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1990 –αν και η αγορά της γερμανόφωνης λογοτεχνίας ήταν σχεδόν εξ ολοκλήρου στραμμένη προς τα Ανατολικά, εφόσον η πτώση του Τείχους του Βερολίνου επέτρεψε την ανακάλυψη των Ανατολικογερμανών συγγραφέων– υπήρξε μια σχετική κυκλοφορία έργων γερμανόφωνων συγγραφέων της Ε., όπως των Λ. Χολ και Ε. Πεντρέτι, ενώ μεγαλύτερης προσοχής έτυχαν τα έργα των Ν. Μέιενμπεργκ και Χ. Μπούργκερ. Θα πρέπει, τέλος, να αναφερθεί το έργο των Μ. Ρίχνερ, Ε. Στάιγκερ και ο Β. Μισγκ, λογοτεχνικών κριτικών μεγάλου κύρους. Η γαλλόφωνη Ε. έχει να παρουσιάσει ένα από τα γνωστότερα και πιο αγαπητά έργα της ευρωπαϊκής παιδικής λογοτεχνίας, την Χάιντι του Σαρλ Φερντινάν Ραμούζ. Η ιταλική Ε., από την πλευρά της, ξαναβρήκε το μέτρο της τέχνης –αν και η παραγωγή της περνά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις τα σύνορα της Ομοσπονδίας– με τον Άντζελο Νέσι και τον Τζουζέπε Τσόπι, έναν ποιητή που αναλώθηκε για να διαδώσει στην πατρίδα του την ιταλική λογοτεχνία. Αλλά κυρίως συνέλαβε εκ νέου την έννοια της τέχνης, πέρα από κάθε πολιτική ή ηθικολογική σκοπιμότητα, χάρη στο έργο του ποιητή και διηγηματογράφου Φραντσέσκο Κιέζα, που ήταν μια μεγάλη μορφή στην πολιτιστική και πολιτική ζωή όλης της Ε. Το 1971, στα εκατό του χρόνια, δημοσίευσε τα Σονέτα του Αγίου Σιλβέστρου (Sonetti di San Silvestro) και έναν τόμο πεζογραφίας και σκέψεων (L’ occhio intermittente). Από τους νεότερους συγγραφείς αναφέρουμε τον Τζόρτζο Ορέλι που πήρε το βραβείο Λίμπερα Στάμπα του 1961 με το μυθιστόρημα Μία μέρα από τη ζωή (Un giorno della vita), τον Πίο Φοντάνα και τον Τζοβάνι Μποναλούμι. Αξίζει τέλος να αναφέρουμε τη λογοτεχνική κίνηση στις περιοχές όπου ομιλείται η ρομανική γλώσσα, με συγγραφείς όπως οι Αντρέα Μπετζόλα, Μάουρους Καρνό, και Άντρι Πέερ.Από τις πηγές έως τον 15ο αι. Πολυάριθμα κατάλοιπα μαρτυρούν την παρουσία στην Ε. διαδοχικών πολιτισμών της νεολιθικής εποχής, της χαλκολιθικής εποχής, της εποχής του σιδήρου και, από τον 6ο-5ο αι. π.Χ., ενός πραγματικού κελτικού πολιτισμού, του οποίου τελευταίοι κληρονόμοι είναι οι Ελβετοί του Αριοβίστου, που υποδουλώθηκαν από τον Καίσαρα. Στη ρωμαϊκή εποχή η τέχνη της επαρχίας της Ρετίας, στα κέντρα του Αβέντικουμ και κυρίως στη Γενεύη, είναι απλό παρακλάδι της τέχνης που είναι γνωστή ως γαλλορωμαϊκή. Στους επόμενους αιώνες, οι βαρβαρικές εισβολές δεν αναστάτωσαν τον νέο χριστιανικό πολιτισμό, η αρχή του οποίου τοποθετείται χρονικά στον 4ο αι. Η Ε. υπήρξε στην καρδιά του Μεσαίωνα ένα ζωηρότατο κέντρο θρησκευτικής πολιτιστικής κίνησης χάρη στο πέρασμα των Ιρλανδών μοναχών του Σαν Κολομπάνο, ιδρυτών μοναστηριών και εκκλησιών. Ανάμεσα σε αυτά τα μεγάλα καλλιτεχνικά κέντρα ξεχωρίζει το μοναστήρι του Ζανκτ Γκάλεν, που ιδρύθηκε στις αρχές του 7ου αι., άνθησε κατά την καρολίγγεια περίοδο και ανακαινίστηκε εξ ολοκλήρου τον 17ο και 18ο αι. σε στιλ ροκοκό. Το μοναστήρι υπήρξε κέντρο (από τον 8ο έως τον 10ο αι.) ενός λογοτεχνικού εργαστηρίου, που ήταν από τα σπουδαιότερα της Ευρώπης, στενά συνδεδεμένου στην αρχή με την ιρλανδική παράδοση και έπειτα με την κλασική αναγέννηση της καρολίγγειας περιόδου. Ο Άγιος Ιωάννης στο Μίνστερ (περ. 800), που ανήκε στην επισκοπή της Κόιρα, είναι ένα αυστηρό οικοδόμημα που δεν απέχει από την αρχιτεκτονική της βόρειας Ιταλίας στην καρδιά του Μεσαίωνα. Ακόμα και οι τοιχογραφίες του, φιλοτεχνημένες το 840 με Ιστορίες του Δαβίδ και της Καινής Διαθήκης (υπολείμματα βρίσκονται σήμερα στο Μουσείο της Ζυρίχης), έχουν μεγαλύτερη σχέση με τον ιταλικό κόσμο παρά με τον γερμανικό. Ο 11ος αι. αποτελεί την αρχή της ρομανικής αρχιτεκτονικής. Από τα πρώτα κτίρια, ο Άγιος Νικόλαος στο Τζόρνικο είναι χαρακτηριστικά λομβαρδικός, ενώ η εκκλησία του Ρομενμοτιέ (ίδρυση 994-1049) που επισκευάστηκε το 1100-20, έχει τονισμένα τα βόρεια χαρακτηριστικά. Οι πρώτοι καθεδρικοί ναοί των πόλεων που δημιουργήθηκαν δήλωναν τη μετάβαση από τον λομβαρδικό ρομανικό ρυθμό στον βόρειο γοτθικό ρυθμό (το Γκρόσμινσερ, των αρχών του 12ου αι. στη Ζυρίχη, ο καθεδρικός ναός της Κόιρα του 12ου-13ου αι., ο καθεδρικός ναός της Βασιλείας του 1185-1240). Στον χώρο της ζωγραφικής, οι 153 ζωγραφισμένες πλάκες της οροφής της εκκλησίας του Αγίου Μαρτίνου στην Τσίλις (δεύτερο μισό του 12ου αι.) προσφέρουν ένα παράδοξο παράδειγμα ζωηρής λαϊκής τέχνης. Η αρχή της καθαρά γοτθικής αρχιτεκτονικής συμπίπτει με την πιο ώριμη περίοδο του ρομανικού ρυθμού: ο καθεδρικός ναός της Λοζάνης (1173-1230) είναι σύγχρονος με τον αντίστοιχο της Βασιλείας. Μέχρι τον 13ο αι. παρατηρείται μια σαφής επίδραση του γερμανικού ρηνανικού γοτθικού ρυθμού. Εκτός από τη μητρόπολη της Λοζάνης, αυτή μαρτυρείται και από τις διάφορες εκκλησίες του Φράιμπουργκ με επικεφαλής τον Άγιο Νικόλαο (1278), του οποίου ο πανύψηλος πύργος είναι ένα από τα αριστουργήματα του ελβετικού γοτθικού ρυθμού. Αντίθετα, τα αριστουργήματα του 14ου αι. χαρακτηρίζονται από απόλυτη αυστηρότητα. Στο Τιτσίνο, οι τοιχογραφίες του παρεκκλησίου του Καστέλ Σαν Πιέτρο (μέσα 14ου αι.) και οι πρώτες τοιχογραφίες της Σάντα Μαρία των Γκίρλι (Καμπιόνε, περ. 1370) αντιπροσωπεύουν τους διάφορους σταθμούς της γοτθο-λομβαρδικής ζωγραφικής και κορυφώνονται με τη Δευτέρα Παρουσία (1400), που βρίσκεται στη Σάντα Μαρία των Γκίρλι, των αδελφών Φράνκο και Φιλίπολο ντε Βέρις. Η γλυπτική της ίδιας περιόδου έχει να παρουσιάσει πολύτιμα έργα, όπως Ο άγιος Γεώργιος και ο δράκος και Ο άγιος Μαρτίνος στην πρόσοψη της μητρόπολης της Βασιλείας, η διακόσμηση της κεντρικής πύλης του Αγίου Νικολάου στο Φράιμπουργκ και ο φεουδαρχικός Τάφος των κομήτων της Νεσατέλ στον καθεδρικό ναό της ίδιας πόλης. Ιδιαίτερη μορφή, με ευρωπαϊκή προβολή μάλιστα, αποτέλεσε ο ζωγράφος Κόνρατ Βιτς από το Ρότβαϊλ, που εργάστηκε κυρίως στη Βασιλεία, διάσημο έργο του οποίου είναι το Θαυματουργό ψάρεμα (1443), που βρίσκεται στον βωμό του Αγίου Πέτρου στον καθεδρικό ναό της Γενεύης. Η Αναγέννηση και το μπαρόκ. Πολλοί καλλιτέχνες εργάστηκαν κατά την περίοδο αυτή στην Ε. Ο Χανς Χολμπάιν ο Νεότερος βρέθηκε στη Βασιλεία μαζί με τον αδελφό του Αμβρόσιο, το 1515. Μαζί με τον Άλμπρεχτ Ντίρερ, που εργάστηκε στην ίδια πόλη από το 1490 έως το 1494, ο Χολμπάιν είναι ο πιο σπουδαίος εκπρόσωπος της ακμής της Αναγέννησης, με τα έργα του: το τραγικό Σώμα του Χριστού (Μουσείο της Βασιλείας), Η Παναγία του Ντάρμστατ (Μουσείο της Βασιλείας) και Η Παναγία του Ζόλοτουρν. Ακόμα περισσότερο δεμένοι με τη ζωηρότατη αναγεννησιακή Ε. υπήρξαν οι τοπικοί καλλιτέχνες, όπως ο Ουρς Γκραφ (περ. 1484-1527) και ο Νίκλαους Μάνουελ Ντόιτς (περ. 1484-1530), έργα του οποίου είναι Ο βωμός του Γκράντσον (Μουσείο της Βέρνης), Ο αποκεφαλισμός του Προδρόμου (Μουσείο της Βασιλείας) κ.ά. Ανάμεσα στον 15ο και στον 16ο αι. συγκροτήθηκαν και οργανώθηκαν τα σπουδαιότερα αστικά κέντρα, οικοδομημένα γύρω από τα δημόσια κτίρια, όπως το Ράτχαους (δημαρχείο), το Κόρνχαους (αποθήκη σιτηρών), το Κάουφχαους (κτίριο της αγοράς) και το Τσόικχαους (οπλοστάσιο). Όπως σε όλες τις βόρειες χώρες, ο διακοσμημένος γοτθικός ρυθμός των πιο παλαιών οπλοστασίων της Βέρνης (1406-26) και της Βασιλείας (1504-13) παραχώρησε τη θέση του στις κυρίως διακοσμητικές φόρμες της Αναγέννησης και του ιταλικού μανιερισμού που είναι εμφανείς στο Μέγαρο του Ιππότη (1557-64) και στο Ράτχαους (δημαρχείο, 1600) της Λουκέρνης. Την εποχή του μπαρόκ, η Ε. ακολούθησε, όπως όλη η Ευρώπη, τις τυπικές φόρμες της ρομανικής αρχιτεκτονικής στις εκκλησίες των ιησουιτών (χαρακτηριστικές είναι αυτές της Λουκέρνης και του Ζόλοτουρν), έστω και αν συνυπήρχαν τυπικά αυτόχθονα στοιχεία. Σπουδαιότερες υπήρξαν οι γενιές των αρχιτεκτόνων του Φόραρλμπεργκ, οι Μπέερ, οι Τουμπ, οι Μοοσμπρούγκερ, οι Κουέν που επεξεργάστηκαν έναν ιδιαίτερο τύπο εκκλησίας, γυμνής και αυστηρής στο εξωτερικό, φωτεινής και κομψής στο εσωτερικό. Οι κυριότεροι εκπρόσωποι των οικογενειών αυτών εργάστηκαν στα δύο αριστουργήματα του ελβετικού μπαρόκ: στο μοναστήρι και στην εκκλησία του Άινσιντελν, καθώς και στις εργασίες για την ανακαίνιση του Ζανκτ Γκάλεν. Τα σχέδια των θεμελίων ήταν έργο του Κάσπαρ Μοοσμπρούγκερ (1656-1723). Το πνεύμα του Διαφωτισμού αντικατοπτρίζεται, πέρα από την αρχιτεκτονική, και στη διαυγή ζωγραφική του Ζαν-Ετιέν Λιοτάρ (1702-1789), οι πίνακες του οποίου χαρακτηρίζονται από οξύ ρεαλισμό. Ο 19ος και ο 20ός αι. Έστω και αν κατά τον 19ο αι. δέσποζε στη ζωγραφική το έργο ενός από τους πιο τυπικούς pompiers, του Σαρλ Γκλερ (1806-1874), κατά την ίδια περίοδο άκμασαν τοπιογράφοι με διαύγεια γραμμών, όπως ο Αλεξάντρ Καλάμ (1810-1864), ο Ρόντολφ Τέπφερ (1799-1864), ο Μπαρτελεμί Μεν (1825-1893) και στο δεύτερο μισό του αιώνα ο Άρνολντ Μπέκλιν (1827-1901) από τη Βασιλεία, με τους μυθολογικούς του πίνακες (Νήσοι των πεθαμένων, Μουσείο της Βασιλείας) και ο Φρανκ Μπούξερ (1828-1890) με το Αποτέλεσμα του ήλιου (Μουσείο του Ζόλοτουρν). Ο αιώνας έκλεισε με τον συμβολισμό του Φέρντιναντ Χόντλερ (1853-1918), στον οποίο ανήκουν σπουδαία έργα, όπως Η ημέρα, Η νύχτα, Βλέμμα στο άπειρο και πίνακες ίσως υπερβολικά επεξηγηματικοί, που εξαίρουν την ελβετική ιστορία (Γουλιέλμος Τέλλος, Η υποχώρηση του Μαρινιάνο, τοιχογραφημένη στο Μουσείο της Ζυρίχης).Από τις πηγές έως τον 15ο αι. Πολυάριθμα κατάλοιπα μαρτυρούν την παρουσία στην Ε. διαδοχικών πολιτισμών της νεολιθικής εποχής, της χαλκολιθικής εποχής, της εποχής του σιδήρου και, από τον 6ο-5ο αι. π.Χ., ενός πραγματικού κελτικού πολιτισμού, του οποίου τελευταίοι κληρονόμοι είναι οι Ελβετοί του Αριοβίστου, που υποδουλώθηκαν από τον Καίσαρα. Στη ρωμαϊκή εποχή η τέχνη της επαρχίας της Ρετίας, στα κέντρα του Αβέντικουμ και κυρίως στη Γενεύη, είναι απλό παρακλάδι της τέχνης που είναι γνωστή ως γαλλορωμαϊκή. Στους επόμενους αιώνες, οι βαρβαρικές εισβολές δεν αναστάτωσαν τον νέο χριστιανικό πολιτισμό, η αρχή του οποίου τοποθετείται χρονικά στον 4ο αι. Η Ε. υπήρξε στην καρδιά του Μεσαίωνα ένα ζωηρότατο κέντρο θρησκευτικής πολιτιστικής κίνησης χάρη στο πέρασμα των Ιρλανδών μοναχών του Σαν Κολομπάνο, ιδρυτών μοναστηριών και εκκλησιών. Ανάμεσα σε αυτά τα μεγάλα καλλιτεχνικά κέντρα ξεχωρίζει το μοναστήρι του Ζανκτ Γκάλεν, που ιδρύθηκε στις αρχές του 7ου αι., άνθησε κατά την καρολίγγεια περίοδο και ανακαινίστηκε εξ ολοκλήρου τον 17ο και 18ο αι. σε στιλ ροκοκό. Το μοναστήρι υπήρξε κέντρο (από τον 8ο έως τον 10ο αι.) ενός λογοτεχνικού εργαστηρίου, που ήταν από τα σπουδαιότερα της Ευρώπης, στενά συνδεδεμένου στην αρχή με την ιρλανδική παράδοση και έπειτα με την κλασική αναγέννηση της καρολίγγειας περιόδου. Ο Άγιος Ιωάννης στο Μίνστερ (περ. 800), που ανήκε στην επισκοπή της Κόιρα, είναι ένα αυστηρό οικοδόμημα που δεν απέχει από την αρχιτεκτονική της βόρειας Ιταλίας στην καρδιά του Μεσαίωνα. Ακόμα και οι τοιχογραφίες του, φιλοτεχνημένες το 840 με Ιστορίες του Δαβίδ και της Καινής Διαθήκης (υπολείμματα βρίσκονται σήμερα στο Μουσείο της Ζυρίχης), έχουν μεγαλύτερη σχέση με τον ιταλικό κόσμο παρά με τον γερμανικό. Ο 11ος αι. αποτελεί την αρχή της ρομανικής αρχιτεκτονικής. Από τα πρώτα κτίρια, ο Άγιος Νικόλαος στο Τζόρνικο είναι χαρακτηριστικά λομβαρδικός, ενώ η εκκλησία του Ρομενμοτιέ (ίδρυση 994-1049) που επισκευάστηκε το 1100-20, έχει τονισμένα τα βόρεια χαρακτηριστικά. Οι πρώτοι καθεδρικοί ναοί των πόλεων που δημιουργήθηκαν δήλωναν τη μετάβαση από τον λομβαρδικό ρομανικό ρυθμό στον βόρειο γοτθικό ρυθμό (το Γκρόσμινσερ, των αρχών του 12ου αι. στη Ζυρίχη, ο καθεδρικός ναός της Κόιρα του 12ου-13ου αι., ο καθεδρικός ναός της Βασιλείας του 1185-1240). Στον χώρο της ζωγραφικής, οι 153 ζωγραφισμένες πλάκες της οροφής της εκκλησίας του Αγίου Μαρτίνου στην Τσίλις (δεύτερο μισό του 12ου αι.) προσφέρουν ένα παράδοξο παράδειγμα ζωηρής λαϊκής τέχνης. Η αρχή της καθαρά γοτθικής αρχιτεκτονικής συμπίπτει με την πιο ώριμη περίοδο του ρομανικού ρυθμού: ο καθεδρικός ναός της Λοζάνης (1173-1230) είναι σύγχρονος με τον αντίστοιχο της Βασιλείας. Μέχρι τον 13ο αι. παρατηρείται μια σαφής επίδραση του γερμανικού ρηνανικού γοτθικού ρυθμού. Εκτός από τη μητρόπολη της Λοζάνης, αυτή μαρτυρείται και από τις διάφορες εκκλησίες του Φράιμπουργκ με επικεφαλής τον Άγιο Νικόλαο (1278), του οποίου ο πανύψηλος πύργος είναι ένα από τα αριστουργήματα του ελβετικού γοτθικού ρυθμού. Αντίθετα, τα αριστουργήματα του 14ου αι. χαρακτηρίζονται από απόλυτη αυστηρότητα. Στο Τιτσίνο, οι τοιχογραφίες του παρεκκλησίου του Καστέλ Σαν Πιέτρο (μέσα 14ου αι.) και οι πρώτες τοιχογραφίες της Σάντα Μαρία των Γκίρλι (Καμπιόνε, περ. 1370) αντιπροσωπεύουν τους διάφορους σταθμούς της γοτθο-λομβαρδικής ζωγραφικής και κορυφώνονται με τη Δευτέρα Παρουσία (1400), που βρίσκεται στη Σάντα Μαρία των Γκίρλι, των αδελφών Φράνκο και Φιλίπολο ντε Βέρις. Η γλυπτική της ίδιας περιόδου έχει να παρουσιάσει πολύτιμα έργα, όπως Ο άγιος Γεώργιος και ο δράκος και Ο άγιος Μαρτίνος στην πρόσοψη της μητρόπολης της Βασιλείας, η διακόσμηση της κεντρικής πύλης του Αγίου Νικολάου στο Φράιμπουργκ και ο φεουδαρχικός Τάφος των κομήτων της Νεσατέλ στον καθεδρικό ναό της ίδιας πόλης. Ιδιαίτερη μορφή, με ευρωπαϊκή προβολή μάλιστα, αποτέλεσε ο ζωγράφος Κόνρατ Βιτς από το Ρότβαϊλ, που εργάστηκε κυρίως στη Βασιλεία, διάσημο έργο του οποίου είναι το Θαυματουργό ψάρεμα (1443), που βρίσκεται στον βωμό του Αγίου Πέτρου στον καθεδρικό ναό της Γενεύης. Η Αναγέννηση και το μπαρόκ. Πολλοί καλλιτέχνες εργάστηκαν κατά την περίοδο αυτή στην Ε. Ο Χανς Χολμπάιν ο Νεότερος βρέθηκε στη Βασιλεία μαζί με τον αδελφό του Αμβρόσιο, το 1515. Μαζί με τον Άλμπρεχτ Ντίρερ, που εργάστηκε στην ίδια πόλη από το 1490 έως το 1494, ο Χολμπάιν είναι ο πιο σπουδαίος εκπρόσωπος της ακμής της Αναγέννησης, με τα έργα του: το τραγικό Σώμα του Χριστού (Μουσείο της Βασιλείας), Η Παναγία του Ντάρμστατ (Μουσείο της Βασιλείας) και Η Παναγία του Ζόλοτουρν. Ακόμα περισσότερο δεμένοι με τη ζωηρότατη αναγεννησιακή Ε. υπήρξαν οι τοπικοί καλλιτέχνες, όπως ο Ουρς Γκραφ (περ. 1484-1527) και ο Νίκλαους Μάνουελ Ντόιτς (περ. 1484-1530), έργα του οποίου είναι Ο βωμός του Γκράντσον (Μουσείο της Βέρνης), Ο αποκεφαλισμός του Προδρόμου (Μουσείο της Βασιλείας) κ.ά. Ανάμεσα στον 15ο και στον 16ο αι. συγκροτήθηκαν και οργανώθηκαν τα σπουδαιότερα αστικά κέντρα, οικοδομημένα γύρω από τα δημόσια κτίρια, όπως το Ράτχαους (δημαρχείο), το Κόρνχαους (αποθήκη σιτηρών), το Κάουφχαους (κτίριο της αγοράς) και το Τσόικχαους (οπλοστάσιο). Όπως σε όλες τις βόρειες χώρες, ο διακοσμημένος γοτθικός ρυθμός των πιο παλαιών οπλοστασίων της Βέρνης (1406-26) και της Βασιλείας (1504-13) παραχώρησε τη θέση του στις κυρίως διακοσμητικές φόρμες της Αναγέννησης και του ιταλικού μανιερισμού που είναι εμφανείς στο Μέγαρο του Ιππότη (1557-64) και στο Ράτχαους (δημαρχείο, 1600) της Λουκέρνης. Την εποχή του μπαρόκ, η Ε. ακολούθησε, όπως όλη η Ευρώπη, τις τυπικές φόρμες της ρομανικής αρχιτεκτονικής στις εκκλησίες των ιησουιτών (χαρακτηριστικές είναι αυτές της Λουκέρνης και του Ζόλοτουρν), έστω και αν συνυπήρχαν τυπικά αυτόχθονα στοιχεία. Σπουδαιότερες υπήρξαν οι γενιές των αρχιτεκτόνων του Φόραρλμπεργκ, οι Μπέερ, οι Τουμπ, οι Μοοσμπρούγκερ, οι Κουέν που επεξεργάστηκαν έναν ιδιαίτερο τύπο εκκλησίας, γυμνής και αυστηρής στο εξωτερικό, φωτεινής και κομψής στο εσωτερικό. Οι κυριότεροι εκπρόσωποι των οικογενειών αυτών εργάστηκαν στα δύο αριστουργήματα του ελβετικού μπαρόκ: στο μοναστήρι και στην εκκλησία του Άινσιντελν, καθώς και στις εργασίες για την ανακαίνιση του Ζανκτ Γκάλεν. Τα σχέδια των θεμελίων ήταν έργο του Κάσπαρ Μοοσμπρούγκερ (1656-1723). Το πνεύμα του Διαφωτισμού αντικατοπτρίζεται, πέρα από την αρχιτεκτονική, και στη διαυγή ζωγραφική του Ζαν-Ετιέν Λιοτάρ (1702-1789), οι πίνακες του οποίου χαρακτηρίζονται από οξύ ρεαλισμό. Ο 19ος και ο 20ός αι. Έστω και αν κατά τον 19ο αι. δέσποζε στη ζωγραφική το έργο ενός από τους πιο τυπικούς pompiers, του Σαρλ Γκλερ (1806-1874), κατά την ίδια περίοδο άκμασαν τοπιογράφοι με διαύγεια γραμμών, όπως ο Αλεξάντρ Καλάμ (1810-1864), ο Ρόντολφ Τέπφερ (1799-1864), ο Μπαρτελεμί Μεν (1825-1893) και στο δεύτερο μισό του αιώνα ο Άρνολντ Μπέκλιν (1827-1901) από τη Βασιλεία, με τους μυθολογικούς του πίνακες (Νήσοι των πεθαμένων, Μουσείο της Βασιλείας) και ο Φρανκ Μπούξερ (1828-1890) με το Αποτέλεσμα του ήλιου (Μουσείο του Ζόλοτουρν). Ο αιώνας έκλεισε με τον συμβολισμό του Φέρντιναντ Χόντλερ (1853-1918), στον οποίο ανήκουν σπουδαία έργα, όπως Η ημέρα, Η νύχτα, Βλέμμα στο άπειρο και πίνακες ίσως υπερβολικά επεξηγηματικοί, που εξαίρουν την ελβετική ιστορία (Γουλιέλμος Τέλλος, Η υποχώρηση του Μαρινιάνο, τοιχογραφημένη στο Μουσείο της Ζυρίχης).Από τις πηγές έως τον 15ο αι. Πολυάριθμα κατάλοιπα μαρτυρούν την παρουσία στην Ε. διαδοχικών πολιτισμών της νεολιθικής εποχής, της χαλκολιθικής εποχής, της εποχής του σιδήρου και, από τον 6ο-5ο αι. π.Χ., ενός πραγματικού κελτικού πολιτισμού, του οποίου τελευταίοι κληρονόμοι είναι οι Ελβετοί του Αριοβίστου, που υποδουλώθηκαν από τον Καίσαρα. Στη ρωμαϊκή εποχή η τέχνη της επαρχίας της Ρετίας, στα κέντρα του Αβέντικουμ και κυρίως στη Γενεύη, είναι απλό παρακλάδι της τέχνης που είναι γνωστή ως γαλλορωμαϊκή. Στους επόμενους αιώνες, οι βαρβαρικές εισβολές δεν αναστάτωσαν τον νέο χριστιανικό πολιτισμό, η αρχή του οποίου τοποθετείται χρονικά στον 4ο αι. Η Ε. υπήρξε στην καρδιά του Μεσαίωνα ένα ζωηρότατο κέντρο θρησκευτικής πολιτιστικής κίνησης χάρη στο πέρασμα των Ιρλανδών μοναχών του Σαν Κολομπάνο, ιδρυτών μοναστηριών και εκκλησιών. Ανάμεσα σε αυτά τα μεγάλα καλλιτεχνικά κέντρα ξεχωρίζει το μοναστήρι του Ζανκτ Γκάλεν, που ιδρύθηκε στις αρχές του 7ου αι., άνθησε κατά την καρολίγγεια περίοδο και ανακαινίστηκε εξ ολοκλήρου τον 17ο και 18ο αι. σε στιλ ροκοκό. Το μοναστήρι υπήρξε κέντρο (από τον 8ο έως τον 10ο αι.) ενός λογοτεχνικού εργαστηρίου, που ήταν από τα σπουδαιότερα της Ευρώπης, στενά συνδεδεμένου στην αρχή με την ιρλανδική παράδοση και έπειτα με την κλασική αναγέννηση της καρολίγγειας περιόδου. Ο Άγιος Ιωάννης στο Μίνστερ (περ. 800), που ανήκε στην επισκοπή της Κόιρα, είναι ένα αυστηρό οικοδόμημα που δεν απέχει από την αρχιτεκτονική της βόρειας Ιταλίας στην καρδιά του Μεσαίωνα. Ακόμα και οι τοιχογραφίες του, φιλοτεχνημένες το 840 με Ιστορίες του Δαβίδ και της Καινής Διαθήκης (υπολείμματα βρίσκονται σήμερα στο Μουσείο της Ζυρίχης), έχουν μεγαλύτερη σχέση με τον ιταλικό κόσμο παρά με τον γερμανικό. Ο 11ος αι. αποτελεί την αρχή της ρομανικής αρχιτεκτονικής. Από τα πρώτα κτίρια, ο Άγιος Νικόλαος στο Τζόρνικο είναι χαρακτηριστικά λομβαρδικός, ενώ η εκκλησία του Ρομενμοτιέ (ίδρυση 994-1049) που επισκευάστηκε το 1100-20, έχει τονισμένα τα βόρεια χαρακτηριστικά. Οι πρώτοι καθεδρικοί ναοί των πόλεων που δημιουργήθηκαν δήλωναν τη μετάβαση από τον λομβαρδικό ρομανικό ρυθμό στον βόρειο γοτθικό ρυθμό (το Γκρόσμινσερ, των αρχών του 12ου αι. στη Ζυρίχη, ο καθεδρικός ναός της Κόιρα του 12ου-13ου αι., ο καθεδρικός ναός της Βασιλείας του 1185-1240). Στον χώρο της ζωγραφικής, οι 153 ζωγραφισμένες πλάκες της οροφής της εκκλησίας του Αγίου Μαρτίνου στην Τσίλις (δεύτερο μισό του 12ου αι.) προσφέρουν ένα παράδοξο παράδειγμα ζωηρής λαϊκής τέχνης. Η αρχή της καθαρά γοτθικής αρχιτεκτονικής συμπίπτει με την πιο ώριμη περίοδο του ρομανικού ρυθμού: ο καθεδρικός ναός της Λοζάνης (1173-1230) είναι σύγχρονος με τον αντίστοιχο της Βασιλείας. Μέχρι τον 13ο αι. παρατηρείται μια σαφής επίδραση του γερμανικού ρηνανικού γοτθικού ρυθμού. Εκτός από τη μητρόπολη της Λοζάνης, αυτή μαρτυρείται και από τις διάφορες εκκλησίες του Φράιμπουργκ με επικεφαλής τον Άγιο Νικόλαο (1278), του οποίου ο πανύψηλος πύργος είναι ένα από τα αριστουργήματα του ελβετικού γοτθικού ρυθμού. Αντίθετα, τα αριστουργήματα του 14ου αι. χαρακτηρίζονται από απόλυτη αυστηρότητα. Στο Τιτσίνο, οι τοιχογραφίες του παρεκκλησίου του Καστέλ Σαν Πιέτρο (μέσα 14ου αι.) και οι πρώτες τοιχογραφίες της Σάντα Μαρία των Γκίρλι (Καμπιόνε, περ. 1370) αντιπροσωπεύουν τους διάφορους σταθμούς της γοτθο-λομβαρδικής ζωγραφικής και κορυφώνονται με τη Δευτέρα Παρουσία (1400), που βρίσκεται στη Σάντα Μαρία των Γκίρλι, των αδελφών Φράνκο και Φιλίπολο ντε Βέρις. Η γλυπτική της ίδιας περιόδου έχει να παρουσιάσει πολύτιμα έργα, όπως Ο άγιος Γεώργιος και ο δράκος και Ο άγιος Μαρτίνος στην πρόσοψη της μητρόπολης της Βασιλείας, η διακόσμηση της κεντρικής πύλης του Αγίου Νικολάου στο Φράιμπουργκ και ο φεουδαρχικός Τάφος των κομήτων της Νεσατέλ στον καθεδρικό ναό της ίδιας πόλης. Ιδιαίτερη μορφή, με ευρωπαϊκή προβολή μάλιστα, αποτέλεσε ο ζωγράφος Κόνρατ Βιτς από το Ρότβαϊλ, που εργάστηκε κυρίως στη Βασιλεία, διάσημο έργο του οποίου είναι το Θαυματουργό ψάρεμα (1443), που βρίσκεται στον βωμό του Αγίου Πέτρου στον καθεδρικό ναό της Γενεύης. Η Αναγέννηση και το μπαρόκ. Πολλοί καλλιτέχνες εργάστηκαν κατά την περίοδο αυτή στην Ε. Ο Χανς Χολμπάιν ο Νεότερος βρέθηκε στη Βασιλεία μαζί με τον αδελφό του Αμβρόσιο, το 1515. Μαζί με τον Άλμπρεχτ Ντίρερ, που εργάστηκε στην ίδια πόλη από το 1490 έως το 1494, ο Χολμπάιν είναι ο πιο σπουδαίος εκπρόσωπος της ακμής της Αναγέννησης, με τα έργα του: το τραγικό Σώμα του Χριστού (Μουσείο της Βασιλείας), Η Παναγία του Ντάρμστατ (Μουσείο της Βασιλείας) και Η Παναγία του Ζόλοτουρν. Ακόμα περισσότερο δεμένοι με τη ζωηρότατη αναγεννησιακή Ε. υπήρξαν οι τοπικοί καλλιτέχνες, όπως ο Ουρς Γκραφ (περ. 1484-1527) και ο Νίκλαους Μάνουελ Ντόιτς (περ. 1484-1530), έργα του οποίου είναι Ο βωμός του Γκράντσον (Μουσείο της Βέρνης), Ο αποκεφαλισμός του Προδρόμου (Μουσείο της Βασιλείας) κ.ά. Ανάμεσα στον 15ο και στον 16ο αι. συγκροτήθηκαν και οργανώθηκαν τα σπουδαιότερα αστικά κέντρα, οικοδομημένα γύρω από τα δημόσια κτίρια, όπως το Ράτχαους (δημαρχείο), το Κόρνχαους (αποθήκη σιτηρών), το Κάουφχαους (κτίριο της αγοράς) και το Τσόικχαους (οπλοστάσιο). Όπως σε όλες τις βόρειες χώρες, ο διακοσμημένος γοτθικός ρυθμός των πιο παλαιών οπλοστασίων της Βέρνης (1406-26) και της Βασιλείας (1504-13) παραχώρησε τη θέση του στις κυρίως διακοσμητικές φόρμες της Αναγέννησης και του ιταλικού μανιερισμού που είναι εμφανείς στο Μέγαρο του Ιππότη (1557-64) και στο Ράτχαους (δημαρχείο, 1600) της Λουκέρνης. Την εποχή του μπαρόκ, η Ε. ακολούθησε, όπως όλη η Ευρώπη, τις τυπικές φόρμες της ρομανικής αρχιτεκτονικής στις εκκλησίες των ιησουιτών (χαρακτηριστικές είναι αυτές της Λουκέρνης και του Ζόλοτουρν), έστω και αν συνυπήρχαν τυπικά αυτόχθονα στοιχεία. Σπουδαιότερες υπήρξαν οι γενιές των αρχιτεκτόνων του Φόραρλμπεργκ, οι Μπέερ, οι Τουμπ, οι Μοοσμπρούγκερ, οι Κουέν που επεξεργάστηκαν έναν ιδιαίτερο τύπο εκκλησίας, γυμνής και αυστηρής στο εξωτερικό, φωτεινής και κομψής στο εσωτερικό. Οι κυριότεροι εκπρόσωποι των οικογενειών αυτών εργάστηκαν στα δύο αριστουργήματα του ελβετικού μπαρόκ: στο μοναστήρι και στην εκκλησία του Άινσιντελν, καθώς και στις εργασίες για την ανακαίνιση του Ζανκτ Γκάλεν. Τα σχέδια των θεμελίων ήταν έργο του Κάσπαρ Μοοσμπρούγκερ (1656-1723). Το πνεύμα του Διαφωτισμού αντικατοπτρίζεται, πέρα από την αρχιτεκτονική, και στη διαυγή ζωγραφική του Ζαν-Ετιέν Λιοτάρ (1702-1789), οι πίνακες του οποίου χαρακτηρίζονται από οξύ ρεαλισμό. Ο 19ος και ο 20ός αι. Έστω και αν κατά τον 19ο αι. δέσποζε στη ζωγραφική το έργο ενός από τους πιο τυπικούς pompiers, του Σαρλ Γκλερ (1806-1874), κατά την ίδια περίοδο άκμασαν τοπιογράφοι με διαύγεια γραμμών, όπως ο Αλεξάντρ Καλάμ (1810-1864), ο Ρόντολφ Τέπφερ (1799-1864), ο Μπαρτελεμί Μεν (1825-1893) και στο δεύτερο μισό του αιώνα ο Άρνολντ Μπέκλιν (1827-1901) από τη Βασιλεία, με τους μυθολογικούς του πίνακες (Νήσοι των πεθαμένων, Μουσείο της Βασιλείας) και ο Φρανκ Μπούξερ (1828-1890) με το Αποτέλεσμα του ήλιου (Μουσείο του Ζόλοτουρν). Ο αιώνας έκλεισε με τον συμβολισμό του Φέρντιναντ Χόντλερ (1853-1918), στον οποίο ανήκουν σπουδαία έργα, όπως Η ημέρα, Η νύχτα, Βλέμμα στο άπειρο και πίνακες ίσως υπερβολικά επεξηγηματικοί, που εξαίρουν την ελβετική ιστορία (Γουλιέλμος Τέλλος, Η υποχώρηση του Μαρινιάνο, τοιχογραφημένη στο Μουσείο της Ζυρίχης).Τον 20ό αι. η Ε. έγινε σημείο συνάντησης μερικών από τις πιο ζωηρές κινήσεις της σύγχρονης τέχνης· στη Ζυρίχη γεννήθηκε ο ντανταϊσμός, άμεσος πρόδρομος του υπερρεαλισμού, στον οποίο συμμετείχαν πρωτοποριακοί διανοούμενοι διαφορετικής καταγωγής. Από τη Βέρνη κατάγεται μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της σύγχρονης τέχνης, ο Πάουλ Κλέε. Μεγάλη επίδραση άσκησε στην ελβετική αρχιτεκτονική το Μπάουχαους του Γκρόπιους. Σε αυτό τον χώρο ξεχώρισε η μορφή του μηχανικού Ρομπέρ Μαγιάρ, που κατόρθωσε να κάνει ποιητικές τις πρακτικές δομές των γεφυρών του: κοντά στο Φράιμπουργκ εμφανίστηκε, στα μέσα του 19ου αι., μία από τις πρώτες κρεμαστές μεταλλικές γέφυρες. Ελβετικής καταγωγής ήταν επίσης ο Λε Κορμπιζιέ, ένας από τους μεγαλύτερους σύγχρονους αρχιτέκτονες. Συγγραφέας, ζωηρότατος προπαγανδιστής ιδεών, ζωγράφος και γλύπτης, εκτός από καταξιωμένος αρχιτέκτονας, ο Λε Κορμπιζιέ υπήρξε ο πιο φανατικός εκπρόσωπος της ορθολογικής αρχιτεκτονικής. Σήμερα, η σημασία που έδωσε στη γυμνή αρχιτεκτονική φόρμα όγκων και επιφανειών, σε εκείνο το «σοφό, σωστό και καταπληκτικό παιχνίδι των συγκεντρωμένων κάτω από το φως όγκων» και μαζί σε έναν πολιτισμό μηχανικό και συλλογικό, που ενσαρκώνεται στις Unités d’ habitation (ενότητες κατοικιών στη Μασσαλία), στη Ναντ και στο Βερολίνο (1948-56), ίσως να φαίνεται ξεπερασμένη από την πιο υποκειμενική και πιο πλατιά ανθρώπινη θεώρηση που εμφανίστηκε και υποστηρίχτηκε το περίπου 1930 από τους Σκανδιναβούς αρχιτέκτονες πάνω στα ίχνη του Φρανκ Λόιντ Ράιτ. Μια αξιόλογη συμβολή στις ευρωπαϊκές πρωτοπορίες του 20ού αι. είχαν οι Ελβετοί ζωγράφοι Λουί Μουαλέ, Γιοχάνες Ίτεν, Κούνο Αμιέ και Ρενέ Ομπερζονουά. Από τους μεγαλύτερους γλύπτες του περασμένου αιώνα ήταν ο Αλμπέρτο Τζακομέτι, ο οποίος περνώντας από διάφορους καλλιτεχνικούς πειραματισμούς, αντικατέστησε τη γνωστή έννοια του γλυπτού με ένα ασχημάτιστο τοτεμικό μισχοειδές δείγμα. Πολύ αξιόλογοι ήταν επίσης ο Τσόλταν Κέμενι, Ελβετός ουγγρικής καταγωγής, και ο Ζαν Τενγκελί. Ένα πλήθος από Ελβετούς καλλιτέχνες έλαβε μέρος, κατά την περίοδο ανάμεσα στους δύο πολέμους και στη δεύτερη μεταπολεμική περίοδο, στο καλλιτεχνικό ρεύμα που ονομάστηκε νεοπραγματισμός. Από αυτούς ξεχώρισαν ο ζωγράφος και γραφίστας Ρίχαρντ Πάουλ Λόζε, ο Βάλτερ Μπόντμερ και ο Μαξ Μπιλ, μελετητής, αρχιτέκτονας, γλύπτης και ζωγράφος.Τον 19ο αι. και ακόμα περισσότερο τον 20ό το ελβετικό θέατρο εκφράστηκε με τα χαρακτηριστικά Festspiele (μαζικά θεάματα) που παρουσιάζονταν συνήθως στην ύπαιθρο και όπου συγκεντρώνονταν όλοι οι κάτοικοι μιας περιοχής ή ενός καντονιού, ή ολόκληρο πλήθος ανθρώπων με κοινά ενδιαφέροντα (η εθνική ομοσπονδία γυμναστών, σκοπευτών, τραγουδιστών, ακόμα και η ένωση εργατικών συνδικάτων). Δείγματα τέτοιου θεάτρου εμφανίστηκαν ιδιαίτερα χάρη στον Όσκαρ Έμπερλε (1902-1956), τολμηρό εμψυχωτή της θεατρικής ζωής όλης της Ε. Τον 20ό αι. η επίδραση πολυάριθμων συγγραφέων, τους οποίους πόλεμοι και διωγμοί ώθησαν προς τον ήσυχο ελβετικό χώρο, εμφύσησε στο θέατρο ευρωπαϊκή πνοή και το έφερε αντιμέτωπο με καυτά προβλήματα, δίνοντάς του την ευκαιρία να ασκήσει την κριτική του κατά του φαρισαϊσμού και του κομφορμισμού μιας αστικής τάξης που έβλεπε με υποψία και ανησυχία τις καινούργιες ιδέες και τις θεωρούσε απειλή για τα πλούτη της και την ίδια της την ύπαρξη. Στο νέο είδος θεάτρου συγκαταλέγονται, και υπήρξαν μάλιστα σημαιοφόροι του, δύο γερμανόφωνοι συγγραφείς, ο Μαξ Φρις (1911-1991) και ο Φρίντριχ Ντίρενματ (1921-1990), τα έργα των οποίων παίζονται πλέον στις θεατρικές σκηνές όλου του κόσμου. Ο πρώτος έχει στο ενεργητικό του μια δεκάδα έργων που χαρακτηρίζονται από έναν δριμύ μοραλισμό: Ο Δον Ζουάν ή η αγάπη για τη γεωμετρία (Don Ζuan oder die Liebe zur Geometrie), Ο Μπίντερμαν και οι εμπρηστές (Βiedermann und die Βrandstifter), Ανδόρα (Αndorra) και Βιογραφία (Βiografie: ein Spiel). Πιο πικρός και βίαιος, ο Ντίρενματ χρησιμοποιούσε εναλλάξ στη σάτιρά του το τραγικό και το κωμικό για να καταγγείλει τη διαφθορά που προκαλεί το χρήμα στα έργα Φραγκίσκος Ε’ (Frank V), Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας (Der Βesuch der alten Dame), που είναι το αριστούργημά του, Ρωμύλος ο Μέγας (Romulus der Grosse), Ο γάμος του κυρίου Μισισιπή (Die Εhe des Ηerrn Μississippi), Οι φυσικοί (Die Ρhysiker). Το θέατρό του, όπως και αυτό του Φρις, καταλαμβάνει την πρώτη θέση στον γερμανικό κόσμο και έχει συμβάλει στην έξοδο της Ε. από τη μακρά αδιαφορία της προς τις ιδέες και τα προβλήματα του σύγχρονου θεάτρου.Ο ελβετικός κινηματογράφος υπήρξε, τουλάχιστον τις πρώτες δεκαετίες, περιορισμένος σε μια αδιάκοπη σειρά από ντοκιμαντέρ, που τα προέβαλλαν επιπλέον ως συμπλήρωμα ταινιών με υπόθεση ξένης παραγωγής, παρότι είναι πολύ απλοϊκό να επιχειρήσει κανείς να περιορίσει μόνο σε αυτά ολόκληρη την παραγωγή του. Την πρώτη δεκαετία του 20ού αι. δημιουργήθηκαν αρκετές ταινίες με κεντρικό πρόσωπο τον κωμικό Πόλιντορ, που σημείωσαν παγκόσμια επιτυχία. Αξίζει να αναφερθούν επίσης τα έργα: Ο σταυρός του Σερβέν (La croix du Cervin) του Ζακ Μπερανζέ και Χειμερινό παιχνίδι (Jeu d’ hiver) της Μαίρης Μπο, και τα δύο του 1922. Ακολούθησε Το κάλεσμα του βουνού (L’ appel de la montagne) του Πορσέ. Το 1922 εμφανίστηκε ως σκηνοθέτης και παραγωγός ο Αλφρέ Γκερί με το φιλμ με πολιτικές φιλοδοξίες Η παιδικότητα που πεθαίνει (L’ enfance qui meurt), το οποίο πραγματεύεται την ένδεια της Ρωσίας μετά την επανάσταση των μπολσεβίκων. Το 1923 ο ίδιος σκηνοθέτης παρουσίασε την ταινία Ο σάτυρος του Μπουά-Ζαντί (Le satyre du Βois-Gentil). Οι περισσότερες εταιρείες παραγωγής και τα πλατό εγκατέστησαν τις έδρες τους στη λίμνη της Ζυρίχης και εκεί, το 1924, πραγματοποιήθηκε ένα φιλμ με διεθνή διανομή σε σκηνοθεσία του Γερμανού Χένρι Μπραντ: Ο δήμιος του Νταβός (Le justicier de Davos). Στο πλαίσιο πάντα της συμπαραγωγής με τη Γαλλία και τη Γερμανία εντάσσονται τα έργα Η γυναίκα και ο θάνατος (Die Frau und der Τod) του Ελβετού Λεό Λαπέρ και Βιασμός (Rapt), που θεωρείται το πιο ενδιαφέρον και πετυχημένο αποτέλεσμα της δεκαετίας του 1930, βασισμένο σε ένα μυθιστόρημα του Σαρλ-Φερντινάν Ραμί και σκηνοθετημένο από τον Γάλλο σκηνοθέτη, ρωσικής καταγωγής, Ντιμίτρι Κιρσάνοφ. Ακολούθησε η ταινία Ο χρυσός στο βουνό (L’ or dans la montagne, 1939), βασισμένη σε μυθιστόρημα του Ραμί, σκηνοθετημένη από τον Ελβετό Μαξ Οφλέρ με ερμηνευτή τον Ζαν-Λουί Μπαρό. Την ίδια εποχή παρουσιάστηκε στο κινηματογραφικό στερέωμα ο Ελβετός Λέοπολντ Λίντμπεργκ και το 1945 γύρισε το αριστούργημά του Η τελευταία ευκαιρία (Die letzte Chance), το οποίο διηγείται τη μακρά πορεία των Ιταλών πολιτικών καταδιωγμένων, που τους συνοδεύουν μερικοί Εβραίοι. Στα μεταπολεμικά χρόνια συνεχίστηκε η παράδοση των ταινιών μικρού μήκους. Από τις πιο ενδιαφέρουσες είναι Ο Φέρντιναντ Χόντλερ απέναντι στον άνθρωπο, βιογραφία του ζωγράφου από τη Γενεύη. Αλλά μόλις τη δεκαετία του 1970 ο ελβετικός κινηματογράφος έφτασε σε αξιόλογο επίπεδο, χάρη σε έναν σεβαστό αριθμό νέων σκηνοθετών με επικεφαλής τον Αλέν Τανέ. Αξίζει να αναφέρουμε τις ταινίες του Η Σαλαμάνδρα (Die Salamander, 1972), Επιστροφή από την Αφρική (1973) και Το κέντρο του κόσμου (1974), με διακρίσεις σε πολλά φεστιβάλ. Το 1972 γύρισε τον Ωραίο καιρό (Νice Τime) μαζί με τον Κλοντ Γκορέτα, ο οποίος με τη σειρά του γύρισε μόνος του την ταινία Η πρόσκληση (L’ invitation, 1974). Από τη δεκαετία του 1970 και ύστερα οι σκηνοθέτες άρχισαν να ξεφεύγουν από τα τυπικά ρόδινα θέματα των ταινιών που έδειχναν μια σχεδόν παραδεισένια χώρα, για να εντρυφήσουν σε βάθος στα καίρια προβλήματα της χώρας τους, συνειδητοποιώντας τις πικρές αλήθειες που αντιμετωπίζει η σύγχρονη κοινωνία. Στην περίοδο αυτή ανήκουν διάφοροι σκηνοθέτες· ο ποιητής και τραγουδοποιός Μισέλ Σουτέρ με τις ταινίες του Το φεγγάρι με τα δόντια (La lune avec les dents, 1966), Ο Τζέιμς ή όχι (James ou pas, 1970), Οι χωρομέτρες (Les arpenteurs, 1972), Υπογραφή Ρενάρ (Signé Renard, 1985)· ο επηρεασμένος από το θέατρο και τον γερμανικό κινηματογράφο του Φασμπίντερ, Ντανιέλ Σμιτ: Απόψε ή ποτέ (Ηeute Νacht oder nie, 1972), Λα Παλόμα (La Ρaloma, 1974), Εκάτη (Ηecate, 1982), Γένατς (Jenatsch, 1987)· ο Ξαβιέ Όλερ: Φάνι Χιλ (Fanny Ηill, 1969), Αννίβας (Ηannibal, 1972), Το ταξίδι της ελπίδας (Reise der Ηoffnung, 1990), που κέρδισε το Όσκαρ καλύτερης ξένης ταινίας· ο Μάρκους Ίμχουφ: Το πλοίο είναι γεμάτο (Das Βoot ist voll, 1981), Το ταξίδι (Die Reise, 1986), Το βουνό (Der Βerg, 1991)· ο Κλέμενς Κλόπφενσταϊν που ασχολήθηκε με τον πειραματικό κινηματογράφο στο φιλμ Μακάο (Μacao, 1988), ο Βίλι Χέρμαν, ο Έρβιν Λάιζερ, ο Μπρούνο Μολ κ.ά.Όπως και στους άλλους τομείς της πολιτιστικής ζωής έτσι και στον τομέα της μουσικής κουλτούρας η Ε. υπήρξε, ήδη αρκετά πριν από το έτος 1000, ο τόπος συνάντησης διαφορετικών ή ακόμα και αντίθετων ρευμάτων. Αναπτύχθηκε έτσι το ρωμαϊκό γρηγοριανό μέλος και συγχρόνως το γαλλικό (γαλλικανικό). Από τον 5ο αι. υπήρξε μουσικό κέντρο μεγάλης εμβέλειας η μονή του Ζανκτ Γκάλεν που φιλοξένησε διάσημους συνθέτες και θεωρητικούς της μουσικής. Οι μοναχοί Νότκερ Μπάλμπουλους (840-912) και Νότκερ Λαμπέο (950-1022) που εργάστηκαν στη μονή αυτή υπήρξαν, μεταξύ άλλων, πολυτιμότατοι μεταγραφείς και μεταφραστές των μουσικών κειμένων της κλασικής αρχαιότητας. Ήδη τον 5ο αι. είχε διαδοθεί το τραγούδι με λαϊκή έμπνευση, που σιγά-σιγά έλαβε μέρος στους πειραματισμούς των τροβαδούρων των Μινεζένγκερ (τραγουδιστών του έρωτα) και των Μαϊστερζένγκερ (αρχιτραγουδιστών). Προς αυτή την κατεύθυνση είχαν θεμελιώδη σπουδαιότητα οι Ζίνγκσουλεν, σχολές τραγουδιού που εμφανίστηκαν σε πολλά κέντρα και ειδικά στο Φράιμπουργκ, το οποίο διατήρησε και σε σύγχρονες εποχές υψηλό γόητρο στη φωνητική μουσική. Η ενόργανη μουσική επιβλήθηκε, στη διάρκεια του Μεσαίωνα, στο πλαίσιο των συντεχνιών, από τις οποίες ξεχωριστή δράση σε κάθε πόλη είχαν οι συντεχνίες των σαλπιγκτών και των αυλητών. Στην ουμανιστική και αναγεννησιακή περίοδο ξεχώρισαν οι οργανίστες και οι συνθέτες πολυφωνικής μουσικής (εκκλησιαστικής και κοσμικής), όπως ο Λούντβιχ Ζενσλ (περ. 1492-1555), ο Χάινριχ Λόρις, ο επιλεγόμενος Γκλαρεάνους (1448-1563), που έγραψε το Δωδεκάχορδο (1547), και ο Πάουλ Χοφχάιμερ (1459-1537) που είχε μάλιστα προωθήσει μια μεγάλη σχολή μουσικής εκκλησιαστικού οργάνου. Μετά την απαγόρευση του εκκλησιαστικού οργάνου που επέβαλε η Μεταρρύθμιση, η μουσική δραστηριότητα στράφηκε προς φωνητικές συνθέσεις, θρησκευτικές και λαϊκές, με κείμενα στην καθομιλουμένη. Παρ’ όλα αυτά, η παράδοση του εκκλησιαστικού οργάνου, που ξεκίνησε τον Μεσαίωνα από ειδικευμένες σχολές και κολέγια, έφτασε στο αποκορύφωμα στις αρχές του 19ου αι. με τις πρωτοβουλίες του Χανς Γκέοργκ Νέγκελι (1773-1836), πρωταγωνιστή στον χώρο της μουσικής παιδαγωγικής και επίσης ιδρυτή στη Ζυρίχη εταιρειών τραγουδιού. Τον 19ο αι. δημιουργήθηκε επίσης η Ελβετική Εταιρεία Μουσικής, που προώθησε από το 1808 έως το 1867 σημαντικές εκδηλώσεις με επίκεντρο τους διασημότερους μουσικούς της εποχής, από τον Βέμπερ έως τον Βάγκνερ και τον Μπραμς. Από το εύφορο έδαφος του 19ου αι. ξεπήδησαν κατόπιν στον 20ό αι. σπουδαίοι συνθέτες όπως ο Έρνεστ Μπλοχ (1880-1959), ο Άρτουρ Χόνεγκερ (1892-1955) και ο Ότμαρ Σεκ (1886-1957). Ευαίσθητοι στις σύγχρονες απαιτήσεις υπήρξαν τέλος ο Κόνρατ Μπεκ, ο Βίλι Μπούρκχαρντ, ο Χάινριχ Ζουτερμάιστερ, ενώ συνετέλεσαν στο υψηλό επίπεδο της ελβετικής μουσικής κουλτούρας, μεταξύ πολλών άλλων, οι διευθυντές ορχήστρας Ερνέστ Ανσερμέ, ιδρυτής της ορχήστρας της Ρομανικής Ε. και Πάουλ Ζάχερ, εμψυχωτής σπουδαίων ιδρυμάτων στη Βασιλεία και στη Ζυρίχη.Ευκαιρίες για διασκέδαση. Η αγάπη των Ελβετών για τη σκοποβολή εκδηλώνεται στην ετήσια γιορτή στη Ζυρίχη, που γίνεται το δεύτερο σαββατοκύριακο του Σεπτεμβρίου, με διαγωνισμό σκοποβολής για αγόρια και κορίτσια από 13 μέχρι 17 ετών. Υπάρχει επίσης μια Εθνική Ομοσπονδία των Εθίμων που οργανώνει συγκεντρώσεις όπου παίρνουν μέρος (σε εθνικούς διαγωνισμούς) οι περίφημοι παίκτες του κόρνου των Άλπεων. Επίσης, κοντά στο Ίντερλακεν, στον πύργο του Ούνσπουνεν, στις αρχές του 19ου αι., έγινε η πρώτη συνάθροιση της ειρήνευσης των Ελβετών που έκτοτε επαναλαμβάνεται τακτικά. Σε αυτή την εκδήλωση, όπως εξάλλου και σε άλλες, δεν λείπει το κόρνο των Άλπεων, ένα πνευστό όργανο ασιατικής προέλευσης, που στην Ε. συναντάται σήμερα κυρίως στο Έμενταλ και στο Βερναίο Όμπερλαντ, όπου χρησιμοποιούνται και στα δύο είδη του: το βερναίο κόρνο και το buchel ή κοντό κόρνο με δύο καμπύλες, που είναι το κόρνο της πρωτόγονης Ε. και ήταν πολύ δημοφιλές στο Γκραουμπίντεν. Μια γιορτή τυπικά ελβετική είναι αυτή των σημαιοφόρων: το παιχνίδι της σημαίας είναι ιδιαίτερα διαδεδομένο στην κεντρική Ε., όπου η παράδοσή του είναι πιο αυθεντική. Το παιχνίδι θέλει δύο σημαιοφόρους επιλεγμένους από το δημοτικό συμβούλιο (ο δεύτερος, μετά από έναν χρόνο, γίνεται πρώτος και φροντίζει για τη διαδοχή του). Αυτοί μέσα σε διάστημα τριών λεπτών πρέπει να κινούν τη σημαία με διάφορους τρόπους, με κομψότητα και στιλ, παραμένοντας στα όρια ενός κύκλου με διάμετρο 1,5 μ. Υπάρχουν επίσης οι φωτιές του Μαρτίου, η γιορτή των πασχαλινών αβγών, διάφορες συνήθειες για της Αποκριές στο Τούργκαου, στην Μπελιντσόνα, στη Λουκέρνη, στην Ασκόνα και στο Λουγκάνο. Σε ολόκληρη την Ε. γιορτάζεται την τρίτη Δευτέρα του Απριλίου το τέλος του χειμώνα με το τελετουργικό της πυράς ενός χιονάνθρωπου. Τα ελβετικά τραγούδια του βουνού (jodelin) είναι γνωστά παντού· συνοδεύονται συνήθως από ήχους που παράγονται από τη ρίψη ασημένιων νομισμάτων μέσα σε πήλινο σκεύος και εκφράζουν πάνω απ’ όλα την αγάπη για τη γη.Οι πατροπαράδοτες γιορτές. Από την αυστηρότητα των εκκλησιών ο Ελβετός περνά πρόθυμα, κάθε φορά που παρουσιάζεται η ευκαιρία, στο σκηνικό των θρησκευτικών εορτών που, αν εξαιρέσει κανείς τα σύμβολα, μοιάζουν πολύ με τον εορτασμό αστικών και πατριωτικών επετείων. Στις εορταστικές εκδηλώσεις επιδεικνύουν ενδυμασίες, παίζουν μουσική, τραγουδούν, χορεύουν και εγκαταλείπονται σε εκείνη τη θορυβώδη χαρά που η εσωτερική πειθαρχία απαγορεύει κατά τις καθημερινές ασχολίες και τις συναναστροφές των ανθρώπων. Οι ευχάριστες λεπτομέρειες των εορτών είναι αναρίθμητες, αν και μερικές έχουν καταργηθεί γιατί, σύμφωνα με τη θρησκευτική εξουσία, υπερέβαλαν σε ελευθερία· καταργήθηκε, για παράδειγμα, η γιορτή των αθώων ή των τρελών στην Τσουκ, η κεντρική φιγούρα της οποίας συμβόλιζε την τρέλα και συγκέντρωνε τον ενθουσιασμό των πιστών που εγκατέλειπαν το θείο (το οποίο αντιπροσώπευε μια άλλη φιγούρα, ο επίσκοπος) για να λατρέψουν το λαϊκό. Η θρησκευτική εξουσία απαγόρευσε τη γιορτή το 1744. Απέμειναν όμως άλλες, παρεμφερείς, όπως η επέτειος της Παναγίας του Άινσιντελν, που τελειώνει με ένα συμπόσιο γύρω από ένα ψητό βόδι, ή η αναβίωση της ιστορίας του Ηρώδη στο Φράιμπουργκ, που επίσης τελειώνει με συμπόσιο. Είναι αλήθεια πως και άλλοι λαοί της Ευρώπης ρέπουν μερικές φορές προς τη μεταμόρφωση των θρησκευτικών επετείων σε χορό μεταμφιεσμένων στους δρόμους και στις πλατείες. Η Ε. όμως, λόγω του μεγάλου αριθμού επετείων, κρατά τα σκήπτρα. Στα αλπικά χωριά, οι θρησκευτικοί αυτοί εορτασμοί είναι ακόμα πιο υποβλητικοί· τα κοστούμια, οι μουσικές μπάντες, τα διάφορα εξαρτήματα βοηθούν σε αυτό. Σε πολλές αλπικές ζώνες εξάλλου συνηθίζουν να ευλογούν τα σπίτια, τους στάβλους, τη συγκομιδή και τα ζώα. Στο Βαλέ, σε αυτά τα εξευμενιστικά έθιμα προστίθεται η ευλογία των καταρρακτών ώστε να είναι ευεργετικοί και ήσυχοι, χωρίς πλημμύρες. Στο Ντίζεντις γίνεται τον Ιούλιο η λιτανεία του Σαν Πλάτσιντο, στο Μαριαστάιν (Ζόλοτουρν) συρρέουν προσκυνητές κατά χιλιάδες για τις ετήσιες γιορτές, στο Λέτσενταλ, την ημέρα του Σώματος του Κυρίου, παρελαύνουν οι γρεναδιέροι του καλού Θεού. Οι λιτανείες της Λουκέρνης, του Φράιμπουργκ, του Μπούλε, της Σιόν, του Σαμπερί και του Σβιτζ, την ίδια μέρα, είναι μια επίδειξη στολών, μουσικών συνόλων, κοριτσιών με πέπλα και θρησκευτικών ταγμάτων. Λιγότερο γνήσιο, αλλά πάντως παράξενο, είναι το κυνήγι του Σεν Νικολά στην περιοχή της Ζυρίχης, όπου ο άγιος καταδιώκεται στους δρόμους των χωριών. Η ίδια καταδίωξη συμβαίνει και στο Κίσναχτ και στο Αρτ με την ανάλογη συρροή παιδιών και με φαγοπότια των μεγάλων. Με ξεχωριστό τρόπο εορτάζονται η Πεντηκοστή στο καντόνι του Τιτσίνο, το Πάσχα, η Ανάληψη και τα Χριστούγεννα στο Έμενταλ, η Ανάληψη στο Μπερομίνστερ.Οι γαστρονομικές συνήθειες τριών εθνών έχουν επικρατήσει στον ελβετικό χώρο. Σε ολόκληρη την Ε. είναι χαρακτηριστική η γαστρονομική προτίμηση στο fondue (φοντί) και στη raclette (ρακλέτ). Πρόκειται και στις δύο περιπτώσεις για τυριά λιωμένα μέσα σε ειδικό σκεύος, όπου οι συνδαιτυμόνες βουτούν κομμάτια ψωμιού, κρέατος κλπ. Η Βέρνη φημίζεται για το πλούσιο Βerner Ρlatte. Πρόκειται για μοσχαρίσιο κρέας, βοδινή γλώσσα παστή, σαλάμι, λαρδί και ζαμπόν με ξινολάχανο ή φασόλια που σερβίρεται με πατάτες βραστές. Το πιάτο αυτό σερβίρεται σε διάφορες παραλλαγές σε ολόκληρη τη χώρα. Από το Σαφχάουζεν στο Ζανκτ Γκάλεν, στο Τούργκαου, στο Άπεντσελ, στο Γκλάρους, στη Βέρνη, στη Βασιλεία, στη Ζυρίχη και στη ρομανική Ε. το μενού αλλάζει: αρνάκι, κατσίκι ψητό, σαλάμια του Γκραουμπίντεν, το Εngadiner Leberwurst (λουκάνικο από συκώτι), το Βeinwurst (λουκάνικο από χοιρινό μπούτι), λουκάνικα από βόδι, κριάρι ή κατσίκι. Στην καρδιά της γερμανικής ζώνης ξεχωρίζουν άλλοι τύποι από λουκάνικα: το τραγανό Κnackerli και το πικάντικο Landsjäger. Η Ε. είναι η χώρα των τυριών κάθε τύπου και γεύσης: το Έμενταλ, το Σαμπτσίγκερ (κατσικίσιο), το Σμπριντζ κ.ά. Στις ρετορομανικές περιοχές σερβίρουν και ψάρια από τη λίμνη της Γενεύης και τις langeole, τα αλλαντικά του Βο, τα ζαμπόν boutefas της Πεγέρν. Κλείνουν τον κατάλογο τα κρασιά που η Ε. παράγει σε αφθονία (αν και η μπίρα είναι το συνηθισμένο ποτό): το Fendant, το Ηermitage, το Μalvoisie, το Dôle, το Rouge d’ Εnfer, το Βouvillars, το Saint-Saphorin, το Rivaz κ.ά. Γνωστές είναι τέλος οι αρετές της ελβετικής κουζίνας στη ζαχαροπλαστική, με εξαιρετικά γλυκά με σοκολάτα αλλά και κέικ, τσουρέκια κλπ.Χώρα παραδοσιακά ανεκτική προς τους μετανάστες και δημοκρατική, η Ε. φιλοξένησε από παλαιά αρκετούς Έλληνες, ιδιαίτερα κατά τον 19ο αι. όταν τα πανεπιστήμιά της αποτελούσαν πόλο έλξης για όλους τους Ευρωπαίους. Σήμερα, σύμφωνα με το Αρχείο Ομογενειακών Οργανώσεων, στη χώρα ζουν 8.340 Έλληνες, οι οποίοι μάλιστα είναι οργανωμένοι σε 24 ελληνικές οργανώσεις ανά τις διάφορες πόλεις, γεγονός που μαρτυρεί τη δυναμική παρουσία τους στη χώρα. Πολλοί διάσημοι έχουν κατά καιρούς επιλέξει να εγκατασταθούν στην Ελβετία, λόγω των πολιτικοκοινωνικών συνθηκών που εξασφαλίζει· στη φωτογραφία, το σπίτι όπου διέμενε ο Τσάρλι Τσάπλιν στα τελευταία 25 χρόνια της ζωής του, κοντά στη Βεβέ, που αποφασίστηκε πλέον να μετατραπεί σε μουσείο (φωτ. ΑΠΕ). Η σύγχρονη Ελβετία είναι συνδεδεμένη με τα χιονοδρομικά κέντρα και τον χειμερινό τουρισμό (φωτ. ΑΠΕ). Η λαϊκή γιορτή Sechselauten στη Ζυρίχη, με την οποία εορτάζεται το τέλος του χειμώνα, τερματίζεται με μία κούρσα αλόγων μέσα στις φλόγες. Μία από τις θρησκευτικές γιορτές της Ελβετίας, με χαρακτηριστικά κοστούμια και διάφορα εξαρτήματα. Οι ελβετικές λαϊκές παραδόσεις παρουσιάζουν αξιοσημείωτη ποικιλία εκδηλώσεων. Στη φωτογραφία, μασκαράδες στο καρναβάλι στη Βασιλεία. Ανδρικές παραδοσιακές ελβετικές ενδυμασίες. Φολκλορική ελβετική εκδήλωση στην ύπαιθρο. Η Ελβετική Φρουρά. Ο Ελβετός θεατρικός συγγραφέας και πεζογράφος Φρίντριχ Ντίρενματ διακρίθηκε για την πλούσια φαντασία και το σκωπτικό ύφος. «Ο αποκεφαλισμός του Προδρόμου», έργο του Ελβετού ζωγράφου της Αναγέννησης Nίκλαους Mάνουελ Nτόιτς, ο οποίος εκφράζει τους οραματισμούς του με αντιθέσεις φωτός και σκιάς και με υποβλητικά τμήματα τοπίων (Μουσείο Τέχνης, Βασιλεία). Η πλατεία του δημαρχείου της Στάιν αμ Ράιν, κέντρο της παλαιάς ελβετικής πόλης, στην οποία σώζονται πολλά σπίτια του 17ου και 18ου αι. Ζωγραφισμένο φάτνωμα από την ξύλινη οροφή της εκκλησίας του Αγίου Μαρτίνου στην Τσίλις της Ελβετίας, έργο ρομανικής τέχνης του 12ου αι. Γοτθικό άγαλμα του Αγίου Μαρτίνου, που χρονολογείται στον 14ο αι. και βρίσκεται στην πρόσοψη της μητρόπολης της Βασιλείας στην Ελβετία. Μικρογραφημένος κώδικας στη βιβλιοθήκη της μονής του Ζανκτ Γκάλεν της Ελβετίας, η οποία υπήρξε σημαντικό πνευματικό κέντρο στα χρόνια του Μεσαίωνα. Ο Ζάλομον Γκέσνερ, ο Ελβετός συγγραφέας των περίφημων «Ειδυλλίων», υπήρξε ο μεγαλύτερος εκπρόσωπος της βουκολικής ποίησης στη γερμανική γλώσσα. Προσωπογραφία του λόγιου Γιόχαν Γιάκομπ Μπόντμερ, έργο του ζωγράφου Γιόχαν Χάινριχ Φίσλι (Εθνική Βιβλιοθήκη, Ζυρίχη). Η έδρα των Ηνωμένων Εθνών στη Γενεύη. Ο πρόεδρος της Ελβετίας Κάσπαρ Βίλιτζερ, σε ομιλία του στον ΟΗΕ, τον Σεπτέμβριο του 2002, με αφορμή την είσοδο της χώρας του στον οργανισμό, ως 190ό μέλος του (φωτ. ΑΠΕ). Το μνημείο του Γουλιέλμου Τέλου, του ήρωα που ο θρύλος του σχετίζεται με έναν μακροχρόνιο αγώνα για την ελβετική ανεξαρτησία, στο Άλτντορφ. Άμεση εκλογή με ύψωση του χεριού σε ελβετικό καντόνι. Η συμβουλευτική συνέλευση των εκλογέων υφίσταται στα ελβετικά καντόνια από τον 14ο αι. Φράγμα στο ελβετικό καντόνι Βαλέ. Σημαντικός τομέας για την οικονομική ανάπτυξη της Ελβετίας υπήρξε ο τραπεζικός, με χρηματοοικονομικά ιδρύματα που συγκαταλέγονται ανάμεσα στα μεγαλύτερα του κόσμου (φωτ. ΑΠΕ). Στην Ελβετία άρχισαν να κατασκευάζονται σιδηρόδρομοι το 1847· σήμερα, το σιδηροδρομικό δίκτυο της χώρας περιλαμβάνει μερικές σημαντικές διεθνείς γραμμές (φωτ. Πρεσβείας Ελβετίας). Το ελβετικό φράγκο, εθνικό νόμισμα της Ελβετίας Υδροηλεκτρικές εγκαταστάσεις της Γκραντ Nτιάνς στην Ελβετία, με ένα από τα ψηλότερα φράγματα του κόσμου (φωτ. Πρεσβείας Ελβετίας). Η βιομηχανία επεξεργασίας γάλακτος της Ελβετίας είναι από τις πιο ακμάζουσες παγκοσμίως, με καθιερωμένες εταιρείες όπως η «Nestle» (φωτ. ΑΠΕ). Παράδοση για την Ελβετία αποτελεί αναμφισβήτητα η ωρολογοποιία που αναπτύχθηκε πολύ στα μέσα του 17ου αι., όταν στη Λα Σο ντε Φον ο βιοτέχνης Ντανιέλ Ζαν Ρισάρ κατασκεύασε το πρώτο ρολόι τσέπης (φωτ. Πρεσβείας Ελβετίας). Οι αγελάδες αποτελούν τη βάση της ελβετικής κτηνοτροφίας. Ελβετικό τοπίο πλούσιο σε βοσκότοπους και δάση με κωνοφόρα δέντρα. H αμπελοκαλλιέργεια στην Ελβετία είναι αρκετά διαδεδομένη στις πλαγιές της λίμνης Λεμάν, στις κοιλάδες του Pοδανού και στο καντόνι του Tιτσίνο. Στη φωτογραφία, αμπέλια κοντά στη Σιόν. Η Γενεύη στις όχθες της ομώνυμης λίμνης. Η Βέρνη, χτισμένη στη νοτιοδυτική όχθη της ομώνυμης λίμνης και την κοίτη του ποταμού Aρβ, αποτελεί έδρα πολιτιστικών δραστηριοτήτων και διεθνών οργανισμών (φωτ. Πρεσβείας Ελβετίας). Το χωριό Βέρντενμπεργκ, με τα γραφικά σπίτια και τη χαρακτηριστική στα μικρά ελβετικά κέντρα ειρηνική ατμόσφαιρα. Το ελβετικό χωριό Βαντόν, χτισμένο γύρω από το Κάστρο. Η πύλη της Βασιλείας, χτισμένη τον 14ο αι., μία από τις πιο όμορφες γωνιές της ελβετικής πόλης. H Λουκέρνη είναι η καρδιά της γραφικής Eλβετίας και μπορεί να αποτελέσει τη βάση για την επίσκεψη της ομώνυμης λίμνης με το πλοιάριο (φωτ. Πρεσβείας Ελβετίας). Η Bασιλεία, χτισμένη στις όχθες του Ρήνου, είναι ένα δραστήριο οικονομικό κέντρο και το μοναδικό αξιόλογο λιμάνι της Eλβετίας, με εμπορική κίνηση ίση με το 1/3 της όλης εμπορικής κίνησης της χώρας (φωτ. Πρεσβείας Ελβετίας). Λαϊκή συνεύλευση στο καντόνι Γκλάρους. Ελβετικό τοπίο στο Όμπερλαντ, κοντά στο Ράιντενμπαχ. Ένας σκιέρ σε κατάβαση, στο Σεν Μόριτζ, με φόντο τις επιβλητικές Ελβετικές Άλπεις (φωτ. ΑΠΕ). Η Ελβετία είναι μια χώρα σχεδόν εξ ολοκλήρου ορεινή, με υπέροχα χιονοσκέπαστα τοπία τον χειμώνα. Φωτογραφία της λίμνης της Γενεύης, από δορυφόρο της ΝΑΣA, που περιστοιχίζεται από τις Άλπεις στα Ν και Α (άνω τμήμα της φωτογραφίας) (φωτ. NASA, earth.jsc.nasa.gov). Επίσημη ονομασία: Ελβετική Συνομοσπονδία Έκταση: 41.285 τ. χλμ. Πληθυσμός: 7.258.900 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Βέρνη (122.500 κάτ. το 2001)

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Ελβετία — η ομοσπονδιακή δημοκρατία της κεντρικής Ευρώπης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ελβέτια βαθμίδα — Το κατώτερο μισό της βινδομπονίου βαθμίδας στο νεογενές σύστημα του καινοζωικού αιώνα. Αντιπροσωπεύεται στη Γαλλία από τους ασβεστόλιθους του Σανσάν και του Σιμόρ, που περιέχουν απολιθωμένα οστά χερσαίων θηλαστικών, και στις ελβετικές Άλπεις από… …   Dictionary of Greek

  • Ευρώπη — I Μία από τις πέντε ηπείρους. Είναι το μικρότερο τμήμα του κόσμου μετά την Αυστραλία και την Ωκεανία. Από μία άποψη θα μπορούσε να θεωρηθεί το ακραίο δυτικό τμήμα της Ασίας, της οποίας αποτελεί τη φυσική προέκταση. Πράγματι, δεν υπάρχουν φυσικά… …   Dictionary of Greek

  • Αυστρία — I (Αστρον.). Αστεροειδής που επισημάνθηκε στις 18 Μαρτίου 1874. Το αστρικό φωτογραφικό του μέγεθος στη μέση αντίθεσή του είναι 13,1 και σε απόσταση μιας αστρονομικής μονάδας από τη Γη και 10,8 από τον Ήλιο. II Κράτος της κεντρικής… …   Dictionary of Greek

  • Γερμανία — Επίσημη ονομασία: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας Προηγούμενη ονομασία (1948 90): Γερμανική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία (ή Δυτική Γερμανία) & Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία) Έκταση: 357.021 τ.χλμ Πληθυσμός: 82.440.309 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα:… …   Dictionary of Greek

  • έλκηθρο — Μέσο μεταφοράς που χρησιμοποιείται για την κίνηση πάνω στο χιόνι ή στον πάγο. Είναι κατασκευασμένο από ξύλο ή από σίδερο και αποτελείται από δύο πατίνια ενωμένα με τραβέρσες, πάνω στις οποίες είναι τοποθετημένο ένα αμάξωμα ή ένα κάθισμα. Το έ.… …   Dictionary of Greek

  • αφίσα — Έντυπο που τοιχοκολλείται ή τοποθετείται σε ειδικό χώρο, με προορισμό να μεταδώσει στον περαστικό, με τρόπο σύντομο αλλά και αποτελεσματικό, κάποιο μήνυμα ή να τον πληροφορήσει για κάποια εκδήλωση. Η α. είναι η σημαντικότερη και γνωστότερη από… …   Dictionary of Greek

  • Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών — (ΕΖΕΣ, αγγλ. EFTA). Ένωση ευρωπαϊκών κρατών με στόχο την προώθηση του εμπορίου και την κατάργηση των τελωνειακών δασμών ανάμεσα στα μέλη του. Δημιουργήθηκε στις 4 Ιανουαρίου 1960 στα πλαίσια της συνθήκης της Στοκχόλμης με αρχικά μέλη την Αυστρία …   Dictionary of Greek

  • Ιρλανδία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ιρλανδίας Έκταση: 70.280 τ. χλμ. Πληθυσμός: 3.883.159 (2002) Πρωτεύουσα: Δουβλίνο (495.102 κάτ. το 2002)Νησιωτικό κράτος της βορειοδυτικής Ευρώπης. Καλύπτει τα πέντε έκτα της έκτασης του ομώνυμου νησιού που… …   Dictionary of Greek

  • Μπακούνιν, Μιχαήλ — (Τόρσοκ, Ρωσία 1814 – Βέρνη, Ελβετία 1876). Ρώσος συγγραφέας και αναρχικός ηγέτης. Καταγόταν από ρωσική αριστοκρατική οικογένεια και σπούδασε στη στρατιωτική σχολή της Πετρούπολης, γρήγορα όμως έφυγε από τον στρατό για να αφιερωθεί σε φιλοσοφικές …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.